Ακούστε
Nova FM 106
Ζωντανά
Ακούστε Nova FM 106 Ζωντανά
Έχουμε 402 επισκέπτες συνδεδεμένους
Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της


Ο λόγος που δεν υπάρχει στοχαστική θεολογία εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν είναι το γεγονός ότι η νόσος της θρησκείας είναι νευρο-βιολογική και η θεραπεία της δεδομένη. "Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι τον Θεόν όψωνται."

γράφει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης

 




Εισαγωγικά

Το κλειδί δια την κατανόησιν της μεταβολής της Ορθοδόξου Καθολικής Παραδόσεως από παρανόμου εις νόμιμον θρησκείαν και κατόπιν εις επίσημον Εκκλησίαν, έγκειται εις το γεγονός, ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διεπίστωσε, ότι δεν είχε απέναντί της απλώς μίαν επί πλέον μορφήν θρησκείας ή φιλοσοφίας, αλλά μίαν καλώς οργανωμένην Εταιρίαν Νευρολογικών Κλινικών, αι οποίαι εθεράπευον την νόσον της θρησκείας και την αναζητούσαν την ευδαιμονίαν ασθένειαν της ανθρωπότητος και έτσι παρήγον φυσιολογικούς πολίτας με ανιδιοτελή αγάπην, αφιερωμένους εις την ριζικήν θεραπείαν των προσωπικών τους και των κοινωνικών νοσημάτων. Η σχέσις που ανεπτύχθη μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, ήτο ακριβώς αντίστοιχος προς την σχέσιν μεταξύ Κράτους και συγχρόνου Ιατρικής.

 

Μέθοδος

Η μέθοδος εις το υπόβαθρον της εκθέσεως αυτής είναι απλή. Οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης και οι Πατέρες επισημαίνουν εντός της ιστορίας την ιδικήν των εμπειρίαν της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας και του δοξασμού (τής θεώσεως), την οποίαν ταυτίζουν με εκείνην των προφητών όλων των αιώνων, αρχίζοντες τουλάχιστον από του Αβραάμ. Αυτό αντιστοιχεί με την επανάληψιν της θεραπείας εις την ιατρικήν επιστήμην, της οποίας η μέθοδος μεταδίδεται από ιατρού εις ιατρόν. Αλλ' εις αυτήν την περίπτωσιν ο Χριστός, ο Κύριος της Δόξης και Μεγάλης Βουλής Άγγελος, είναι ο ιατρός ο οποίος προσωπικώς θεραπεύει και "τελειοί" τους ιατρούς Του, τόσον εις την Παλαιάν όσον εις την Καινήν Διαθήκην. Αυτή η ιστορική παράδοσις και διαδοχή θεραπείας και τελειώσεως "εν τω Κυρίω της Δόξης" πρίν και μετά την ενσάρκωσίν Του, συνιστά την καρδίαν και τον πυρήνα της Βιβλικής και της Πατερικής Παραδόσεως.

Διαιρούμεν την έκθεσίν μας εις τα ακόλουθα: 1) Η νόσος της θρησκείας. 2) Αι Σύνοδοι ως Εταιρείαι Νευρολογικών Κλινικών. 3) Σύνοδοι και Πολιτισμοί. 4) Συμπεράσματα. 5) Επίμετρον.

 

I. Η ΝΟΣΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

Οι πατριάρχαι και οι προφήται της Παλαιάς Διαθήκης, οι απόστολοι και οι προφήται της Καινής Διαθήκης και οι διάδοχοί των γνωρίζουν καλώς την νόσον της θρησκείας και τον Ιατρόν που την θεραπεύει, δηλαδή τον Κύριον (Ιαχβέ) της Δόξης. Αυτός είναι ο Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων ημών. Εθεράπευε την νόσον αυτήν στους φίλους και πιστούς Του πρό της ενσαρκώσεώς Του και συνεχίζει και ως Θεάνθρωπος να την θεραπεύει.

Η εν λόγω νόσος συνίσταται εις το ότι υπάρχει βραχυκύκλωμα μεταξύ του πνεύματος εν τη καρδία του ανθρώπου (δηλαδή της κατά τους πατέρας νοεράς ενεργείας) και του εγκεφάλου. Εις την φυσιολογικήν της κατάστασιν η νοερά ενέργεια κινείται κυκλικώς ωσάν στρόφαλος προσευχομένη εντός της καρδίας. Εις την νοσούσαν κατάστασίν της η νοερά ενέργεια δεν στροφαλίζεται κυκλικώς. Αλλά ξεδιπλωμένη και ριζωμένη εις την καρδίαν κολάει στον εγκέφαλον και δημιουγεί βραχυκύκλωμα μεταξύ εγκεφάλου και καρδίας. Έτσι τα νοήματα του εγκεφάλου, που είναι όλα από το περιβάλλον, γίνονται νοήματα της νοεράς ενεργείας ριζωμένη πάντα στην καρδίαν. Έτσι ο παθών γίνεται δούλος του περιβάλλοντός του. Ως εκ τούτου συγχέει ορισμένα προερχόμενα εκ του περιβάλλοντός του νοήματα με τον θεόν ή τους θεούς του.

Με τον όρον Θρησκεία εννοούμεν κάθε "ταύτισιν" του ακτίστου με το κτιστόν και μάλιστα κάθε "ταύτισιν παραστάσεων" του ακτίστου με νοήματα και ρήματα της ανθρωπίνης σκέψεως, που είναι το θεμέλιον της λατρείας των ειδώλων. Τα νοήματα και ρήματα αυτά δύναται να είναι απλώς νοήματα και ρήματα ή και παραστάσεις και με αγάλματα και εικόνας εντός και εκτός νομιζομένου θεοπνεύστου κειμένου. Με άλλα λόγια και η ταύτισις των περί Θεού νοημάτων και ρημάτων της Αγίας Γραφής με το άκτιστον ανήκει και αυτή εις τον κόσμον της ειδωλολατρείας και είναι το θεμέλιον όλων των μέχρι τούδε αιρέσεων.

Εις την θεραπευτικήν παράδοσιν της Π. και της Κ. Διαθήκης χρησιμοποιούνται κατάλληλα νοήματα και ρήματα ως μέσα κατά την διάρκειαν της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας και τα οποία καταργούνται κατά την διάρκειαν του δοξασμού όταν αποκαλύπτεται εν τω σώματι του Χριστού η πληρούσα τα κτιστά πάντα απερίγραπτος, ακατάληπτος και άκτιστος δόξα του Θεού. Μετά τον δοξασμόν τα νοήματα και τα ρήματα της νοεράς εν τη καρδία προσευχής επανέρχονται. Από τον δοξασμόν του ο παθών διαπιστώνει ότι ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ κτιστού και ακτίστου και ότι Θεόν φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον.

Το θεμέλιον των αιρέσεων του Βατικανού και των Διαμαρτυρομένων είναι το γεγονός ότι ακολουθούν τον Αυγουστίνον ο οποίος εξέλαβε την εν λόγω αποκαλυφθείσαν δόξαν του Θεού εις την Π. και την Κ. Διαθήκην ως "κτιστήν," γενομέμην και απογενομένην μάλιστα. Όχι μόνον τούτο, αλλά και το χειρότερον, εξέλαβε μεταξύ άλλων και τον Μεγάλης Βουλής Άγγελον και την Δόξαν Του ως γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα τα οποία ο Θεός φέρνει εκ του μηδενός εις την ύπαρξιν δια να οραθούν και να ακουσθούν και τα οποία επιστρέφει πάλιν εις την ανυπαρξίαν μετά την τέλεσιν της αποστολής των. Μάλιστα τας ανοησίας αυτάς αναπτύσει παραδείγματος χάριν εις το βιβλίον του De Trinitate (Βιβλία Β και Γ).

Αλλά δια να έχει κανείς ορθήν κατεύθυνσιν εις την θεραπείαν της νοεράς ενεργείας πρέπει να έχει οδηγόν την πείραν θεουμένου όστις μαρτυρεί περί ορισμένων αξιωμάτων: ότι μεταξύ α) του ακτίστου Θεού και των ακτίστων ενεργειών Του και β) των κτισμάτων Του ουδεμία ομοιότης υπάρχει και ότι "Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον." (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.) Μόνον βάσει αυτών των αξιωμάτων δύναται κανείς να αποφύγει το κατάντημα να αποκτήση οδηγόν τον διάβολον μέσω δήθεν θεολόγων που στοχάζονται περί Θεού και των θείων.

Εις την φυσικήν κατάστασίν της η νοερά ενέργεια ρυθμίζει τα πάθη, δηλαδή της πείνας, της δίψας, του ύπνου, του ενστίκτου της αυτοσυντηρήσεως (δηλαδή του φόβου θανάτου) ώστε να είναι αδιάβλητα. Εις νοσούσαν κατάστασιν τα πάθη γίνονται διαβλητά. Αυτά, εν συνδυασμώ με την αδέσποτον πλέον φαντασίαν, δημιουγούν μαγικάς θρησκείας δια την χαλιναγώγισιν των στοιχείων της φύσεως ή και της επιπλέον σωτηρίας της ψυχής εκ της ύλης εις κατάστασιν ευδαιμονίας ή και της ευδαιμονίας με σώμα και ψυχή.

Η πίστις, κατά την Αγίαν Γραφήν, είναι η συνεργασία με το Άγιον Πνεύμα, το Οποίον εγκαινιάζει την θεραπείαν της νόσου της ιδιοτελούς αγάπης εις την καρδίαν και την μεταβάλλει εις αγάπην, η οποία "ου ζητεί τα εαυτής." Η θεραπεία αυτή κορυφώνεται με τον δοξασμόν (τήν θέωσιν) και συνιστά την πεμπτουσίαν της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, η οποία αντικατέστησε δι' αυτής την ειδωλολατρείαν ως τον πυρήνα του Ελληνικού Πολιτισμού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Οφείλομεν να έχωμεν σαφή εικόνα των πλαισίων εντός των οποίων και η Εκκλησία και το Κράτος είδον την συμβολήν των θεουμένων εις την θεραπείαν της νόσου της θρησκείας που διαστρέφει την ανθρωπίνην προσωπικότητα δια μέσου της αναζητήσεως της ευδαιμονίας εντεύθεν και πέραν του τάφου δια να κατανοήσωμεν τον λόγον, δια τον οποίον η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ενεσωμάτωσε την Ορδόδοξον Εκκλησίαν εις το διοικητικόν της δίκαιον. Ούτε η Εκκλησία, ούτε το Κράτος είδον την αποστολήν της Εκκλησίας ως απλήν άφεσιν αμαρτιών των πιστών δια την μετά θάνατον είσοδόν των εις τον παράδεισον. Τούτο θα ισοδυνάμη με ιατρικήν συγχώρησιν των νόσων των ασθενών δια την μετά θάνατον θεραπείαν των. Και η Εκκλησία και το Κράτος εγνώριζον καλώς ότι η άφεσις αμαρτιών ήτο μόνον η αρχή της θεραπείας της αναζητούσης την ευδαιμονίαν νόσου της ανθρωπότητος. Η θεραπεία αυτή ήρχιζεν με την κάθαρσιν της καρδίας, έφθανεν εις την αποκατάστασιν της καρδίας εις την φυσικήν της κατάστασιν του φωτισμού και ετελειοποιείτο ο όλος άνθρωπος εις την υπέρ φύσιν καταστασιν του δοξασμού, δηλαδή της θεώσεως. Το αποτέλεσμα της θεραπείας και της τελειώσεως ταύτης δεν ήτο μόνον η κατάλληλος προετοιμασία δια την μετά τον σωματικόν θάνατον ζωήν, αλλά και η μεταμόρφωσις της κοινωνίας εδώ και τώρα από συγκροτήματα εγωϊστικών και εγωκεντρικών ατόμων εις κοινωνίαν ανθρώπων με ανιδιοτελή αγάπην, "ήτις ου ζητεί τα εαυτής."

 

II. ΑΙ ΣΥΝΟΔΟΙ ΩΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΙ ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΛΙΝΙΚΩΝ

1) Παράδεισος και Κόλασις

 

Έκαστος θα ίδη την εν Χριστώ δόξαν του Θεού και θα φθάση εις τον βαθμόν εκείνον της τελειώσεως τον οποίον έχει επιλέξει και δια τον οποίον έχει εργασθή. Ακολουθώντες τον Απ. Παύλον, τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην και την ιδικήν των πείραν οι Πατέρες υποστηρίζουν, ότι θα σωθούν εκείνοι που βλέπουν τον αναστάντα Χριστόν εν δόξη εις αυτήν την ζωήν, είτε "δι' εσόπτρου εν αινίγματι" μέσω των αδιαλείπτων εν τη καρδία προσευχών και ψαλμών, είτε "πρόσωπον προς πρόσωπον" μέσω του δοξασμού. Εκείνοι που δεν Τον βλέπουν ούτως εις την ζωήν ταύτην, θα ιδούν την δόξαν Του ως αιώνιον και καταναλίσκον πύρ και σκότος εξώτερον εις την άλλην ζωήν. Η άκτιστος δόξα, την οποίαν έχει ο Χριστός κατά φύσιν από τον Πατέρα, είναι παράδεισος δι' εκείνους, των οποίων η εγωκεντρική και ιδιοτελής αγάπη έχει θεραπευθή και μεταμορφωθή εις ανιδιοτελή αγάπην. Όμως η ιδία δόξα είναι το άκτιστον πύρ το αιώνιον και η κόλασις δι' εκείνους που επέλεξαν να μείνουν αθεράπευτοι μέσα εις την ιδιοτέλειάν των.

Δεν είναι εν προκειμένω σαφείς μόνον η Γραφή και οι Πατέρες, αλλά και αι Ορθόδοξοι εικόνες της Κρίσεως. Το ίδιον το εκπηγάζον εκ του Χριστού χρυσόν φώς της δόξης, μέσα εις το οποίον περικλείονται οι φίλοι Του, γίνεται κόκκινον καθώς κυλά προς τα κάτω, δια ν' αγκαλιάση, αυτή η ιδία θεία αγάπη, τους "κατηραμένους," που την βλέπουν ως δύναμιν κολαστικήν. Αυτή είναι η δόξα και η αγάπη του Χριστού, που καθαρίζει τα αμαρτήματα όλων, αλλά δοξάζει τους μεν και κολάζει τους δέ. Όλοι θα οδηγηθούν υπό του Αγίου Πνεύματος "εις πάσαν την αλήθειαν," δηλαδή θα ίδουν τον Χριστόν μετά των φίλων Του εν δόξη, αλλά όλοι δεν θα δοξασθούν. "Ούς εδικαίωσεν, τούτους και εδόξασεν," κατά τον Απ. Παύλον. Η παραβολή περί του πτωχού Λαζάρου εις τους κόλπους του Αβραάμ και του πλουσίου εις τον τόπον των βασάνων είναι σαφής. Ο πλούσιος βλέπει, αλλά δεν μετέχει (Λουκ. 16:19-31).

Η Εκκλησία δεν στέλνει κανένα εις τον παράδεισον ή εις την κόλασιν, αλλά προετοιμάζει τους πιστούς δια την θέαν του Χριστού εν δόξη την οποίαν θα έχουν όλοι οι άνθρωποι. Ο Θεός αγαπά τον κολασμένον τόσον, όσον και τους αγίους. Θέλει την θεραπείαν όλων, αλλά όλοι δεν δέχονται την θεραπείαν, που Αυτός προσφέρει. Αυτό σημαίνει, ότι η άφεσις αμαρτιών δεν είναι αρκετή προετοιμασία δια να ίδη κανείς τον Χριστόν εν δόξη και να δοξασθή.

Είναι φανερόν ότι η Φραγκο-Λατινική Παράδοσις κατά την οποίαν οι σεσωζμένοι είναι εκείνοι εις τους οποίους ο Χριστός δήθεν κατήλαξε τον Πατέρα του δεν έχει θέσιν εις την Ορθόδοξον Παράδοσιν. Ερμηνεύων το 2 Κορ. 5:19, π.χ., ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος λέγει, "Καταλλάγητε τω θεώ. Και ουκ είπε, καταλάξατε εαυτοίς τον Θεόν, ου γαρ εκείνός εστιν ο εχθραίνων, αλλ' ημείς, Θεός γαρ ουδέποτε εχθραίνει." Εντός των ως άνω πλαισίων κατενόησε το Ρωμαϊκόν Κράτος την εν τω κόσμω τούτω θεραπευτικήν και τελειωτικήν αποστολήν της Εκκλησίας δια το γενικόν όφελος της κοινωνίας. Άλλως δεν διαφέρουν κατ' ουσίαν μεταξύ των αι θρησκείαι, που υπόσχονται την μετά θάνατον ικανοποίησιν, αντί της εν τω κόσμω τουτω θεραπείας της νόσου της επιθυμίας δι' ευδαιμονίαν.

 

2) Η δήθεν προσπάθεια απομυθοποιήσεως της Αγίας Γραφής

Το δήθεν αυτό πρόβλημα απασχολεί τους Προτεστάντας και Παπικούς, αλλά και φωτισμένους απ' αυτούς Ορθοδόξους δήθεν ειδικούς της ερμηνείας της Βίβλου. Μάλιστα τεντώνουν υψηλά την μύτιν άμα τω ακούσματι περί πατερικής ερμηνείας. Προέρχεται το δήθεν πρόβλημα από τον Νεο-Πλατωνικόν Αυγουστίνον και τους ακολουθούντες αυτόν, κυρίως από τους Καρλοβιγκίους Φράγκους. Ο επίσκοπος Ιππώνος εξέβαλε την άκτιστον και πανταχού παρούσαν δόξαν του Θεού ως γινόμενον και απογινόμενον κτίσμα. Δεν εγνώριζε ότι την βλέπει κανείς μέσου της καταστάσεως δοξασμού. Ως εκ τούτου παραδέχετο την διαίρεσιν του σύμπαντος τριορόφως με τον παράδεισον στον ουρανόν, την κόλασιν υπό την γήν και την επιφάνειαν της γής ως τόπον δοκιμασίας.

 

3) Το ανοικτόν παράθυρον του Παύλου προς την ΕκκλησίανΤα κεφάλαια 12 έως 15 της Α' προς Κορινθίους είναι μοναδικόν παράθυρον, μέσω του οποίου δύναται κανείς να θεωρήση την πραγματικότητα της Εκκλησίας ως σώματος του Χριστού. Οι μετέχοντες εις την Εκκλησίαν εντάσσονται εις δύο ομάδας ως προς τον βαθμόν της θεραπείας και της τελειώσεως: τους φωτισμένους και τους δοξασμένους. Τα μέλη του σώματος του Χριστού αναγράφονται σαφώς εις την Α' Κορ. 12:28.

Αρχίζει κανείς με το να γίνη ιδιώτης όστις λέγει "αμήν" κατά την λογικήν λατρείαν εν αντιβολή προς την νοεράν εν τη καρδία γενομένην λατρείαν. Εις αυτό το στάδιον ασχολείται ο ιδιώτης με την μετάβασίν του από την κάθαρσιν της καρδίας εις τον φωτισμόν αυτής υπό την καθοδήγησιν εκείνων που είναι ναοί του Αγίου Πνεύματος και μέλη του σώματος του Χριστού και αποτελούν το "βασίλειον ιεράτευμα."

Οι βαθμίδες του φωτισμού αρχίζουν με τα "γένη γλωσσών," το κατώτερον των χαρισμάτων, εις την 8ην θέσιν και φθάνουν μέχρι το χάρισμα του "διδασκάλου" εις την 3ην θέσιν.

Επί κεφαλής της τοπικής Εκκλησίας είναι οι "προφήται," (εις την 2αν θέσιν), οι οποίοι έλαβον την ιδίαν αποκάλυψιν με τους αποστόλους (Εφ. 3:5) εις την 1ην θέσιν και μαζί με αυτούς αποτελούν "τό θεμέλιον" της Εκκλησίας (Εφ. 2:20). Οι απόστολοι και προφήται είναι το θεμέλιον της Εκκλησίας κατά παρόμοιον τρόπον που οι ιατροί είναι το θεμέλιον των νοσοκομείων.

Τα "γένη γλωσσών" είναι το θεμέλιον, επάνω εις το οποίον οικοδομούνται όλα τα άλλα χαρίσματα, που αναστέλλονται προσωρινώς μόνον κατά την διάρκειαν του δοξασμού (Α' Κορ. 13:8). Ως απόστολος ο Παύλος κατατάσσει τον εαυτόν του εις την κορυφήν του καταλόγου των μελών, που "έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία". Όμως διατηρεί ακόμη "τά γένη γλωσσών," δηλαδή το κατώτερον των χαρισμάτων. Γράφει: "Ευχαριστώ τω Θεώ, πάντων υμών μάλλον γλώσσαις λαλώ," (Α' Κορ. 14:18). Αυτό σημαίνει, ότι τα "γένη γλωσσών" ανήκουν εις όλα τα επίπεδα των χαρισμάτων εντός του σώματος του Χριστού. Με το "μή πάντες γλώσσαις λαλούσι;" ο Παύλος εννοεί τους "ιδιώτας," οι οποίοι δεν αριθμούνται μεταξύ των ναών του Αγίου Πνεύματος και μελών του σώματος του Χριστού (1 Κορ. 12:28).

Ο φωτισμός και ο δοξασμός των μελών του σώματος του Χριστού δεν είναι βαθμοί αυθεντίας προερχόμενοι από ανθρωπίνην υπόδειξιν ή εκλογήν. Είναι εκ Θεού χαρίσματα προς εκείνους που συνειργάσθησαν με φωτισμένους και θεουμένους, δια να τους διαδεχθούν ως θεραπευμένοι και τελειοποιημένοι ίνα διατηρήσουν ούτω την αποστολικήν αυτήν παράδοσιν και διαδοχήν από γενεάν εις γενεάν. Το ότι ο Παύλος καλεί τα μέλη των κατωτέρων βαθμίδων θεραπείας και τελειότητος να αναζητήσουν τα κρείττονα χαρίσματα σημαίνει σαφώς, ότι όλοι οφείλουν και δύνανται να γίνουν προφήται, δηλαδή να φθάσουν εις τον δοξασμόν. "Θέλω δε πάντας υμάς λαλείν γλώσσαις, μάλλον δε ίνα προφητεύητε"(Α' Κορ. 14:5).

 

4) Νευρολογική Κλινική

Η Εκκλησία εις την περιγραφήν του Παύλου ομοιάζει με ψυχιατρικήν κλινικήν. Η αντίληψίς του όμως δια την νόσον της ανθρωπίνης προσωπικότητος είναι πολύ πιό διορατική απ' ό,τι είναι σήμερον γνωστόν εις την σύγχρονον ιατρικήν. Δια να κατανοήσωμεν αυτήν την πραγματικότητα, πρέπει να ίδωμεν μέσω του Παύλου την Βιβλικήν κατανόησιν της φυσιολογικής και της μη φυσιολογικής καταστάσεως του ανθρώπου.

Ο νοσών άνθρωπος αποκαθίσταται εις την φυσιολογικήν του κατάστασιν, όταν οδηγήται "εις πάσαν την αλήθειαν" υπό του Πνεύματος της Αληθείας, δηλαδή εις την θέαν του Χριστού εν τη δόξη του Πατρός Του (Ιω. 17). Οι άνθρωποι που δεν βλέπουν την δόξαν του Θεού δεν είναι φυσιολογικοί. "Πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού" (Ρωμ. 3:23). Με άλλα λόγια ο μόνος άνθρωπος, που εγεννήθη εις την φυσιολογικήν Του κατάστασιν είναι ο Κύριος της δόξης ο Οποίος γεννηθείς σαρκί εκ της Θεοτόκου ανέλαβε εκουσίως τα αδιάβλητα πάθη (τ.έ. πείναν, δίψαν, κόπωσιν, ύπνον, φθοράν, θάνατον, φόβον θανάτου), παρ' ότι ως κατά φύσιν πηγή της ακτίστου "δόξης," καταργεί ταύτα. Η άλλη όψις του εν λόγω θέματος είναι, ότι ο Θεός δεν αποκαλύπτει την δόξαν Του εις τον καθένα, διότι δεν θέλει να κολάση τους μη καταλλήλως προητοιμασμένους με ανιδιοτελή αγάπην. Η έκπληξις των προφητών της Π. Δ., ότι ηδύναντο να ζούν ακόμη, παρ' ότι είδον τον θεόν, και η παράκλησις του λαού προς τον Μωϋσή να ζητήση από τον Θεόν να σταματήση να δείχνη την δόξαν Του, την οποίαν δεν ηδύναντο να υποφέρουν πλέον, είναι εν προκειμένω σαφώς επιβεβαιωτικά.

Η Εκκλησία των αποστόλων και των πατέρων δεν ησχολείτο με τον Θεόν μέσω στοχασμών και αφηρημένων σκέψεων περί Αυτού. Και τούτο, διότι ο Θεός παραμένει μυστήριον εις την λογικήν και εκείνων ακόμη εις τους οποίους αποκαλύπτει την εν Χριστώ δόξαν και βασιλείαν Του και οι οποίοι μετέχουν ούτως εις το μυστήριον του σταυρού μέσω του δοξασμού, δηλαδή της θεώσεώς των. Η μόνη απασχόλησις των προφητών, αποστόλων και πατέρων ήτο 1) η θεραπεία των "ιδιωτών" (λαϊκών) μέσω της καθάρσεως της καρδίας των και 2) η μύησίς των α) εις την κατάστασιν ως μελών του σώματος του Χριστού και ναών του Αγίου Πνεύματος μέσω του φωτισμού της καρδίας, και β) εις "τό τέλειον" (Α' Κορ. 13:12), δηλαδή εις την θέαν του Χριστού εν δόξη "πρόσωπον προς πρόσωπον" (Α' Κορ. 13:12), μέσω του δοξασμού (Α' Κορ. 12:26; Ρωμ. 8:30) δια την διακονίαν της ανθρωπότητος (Ιω. 17). Το "...ούς εδικαίωσεν, τούτους και εδόξασεν" (Ρωμ. 8:30) σημαίνει, ότι ο φωτισμός και ο δοξασμός συνδέονται μεταξύ των εις την ζωήν αυτήν, αλλά δεν ταυτίζονται.

Η αρρώστια της ανθρωπίνης προσωπικότητος συνίσταται εις την εξασθένησιν της κοινωνίας της καρδίας με την δόξαν του Θεού (Ρωμ. 3:23) και την υποδούλωσίν της εις τον κόσμον, δια του κατακλυσμού της υπό των εξηρτημένων από το περιβάλλον λογισμών (Ρωμ. 1:21-24, 2:5). Εις αυτήν την κατάστασιν ο άνθρωπος φαντάζεται τον Θεόν κατά την εικόνα του νοσούντος εαυτού του ή ακόμη και των ζώων (Ρωμ. 1:22). Ούτως ο έσω άνθρωπός υφίσταται τον πνευματικόν θάνατον, "εφ' ω (λόγω του οποίου) πάντες ήμαρτον" (Ρωμ. 5:12). Δηλαδή η αγάπη υποδουλώνεται εις το ένστικτον της αυτοσυντηρήσεως, το οποίον την παραμορφώνει και την μεταμορφώνει εις εγωκεντρικήν και ιδιοτελή ενέργειαν, υποβαθμισμένην εις απλήν αναζήτησιν επιβιώσεως, ασφαλείας και ευτυχίας.

Η πτώσις εκάστου ανθρώπου και η δουλεία του εις την κτίσιν συνίσταται εις την σύγχυσιν της ενεργείας του ανθρωπίνου πνεύματος με αυτήν της διανοίας, καθ' ήν σύγχυσιν, οι προερχόμενοι εκ του περιβάλλοντος λογισμοί γίνονται λογισμοί του πνεύματος, με αποτέλεσμα να εξασθενή κατά ποικίλους βαθμούς η εν τη καρδία κοινωνία με την άκτιστον ενέργειαν και βασιλείαν του Θεού. Η θεραπεία της νόσου ταύτης αρχίζει με την κάθαρσιν του πνεύματος του από όλους τους λογισμούς, καλούς και κακούς, και τον περιορισμόν των εις την διάνοιαν. Συγχρόνως το πνεύμα (δηλαδή η νοερά ενέργεια) του ανθρώπου ελευθερούται από την διάνοιαν και επιστρέφει με την νοεράν ευχήν εις την καρδίαν. Εις την φυσικήν του κατάστασιν το πνεύμα του ανθρώπου ενεργεί ωσάν στρόβιλος εντός της καρδίας, ενώ εις την πεπτωκείαν του κατάστασιν ευρίσκεται διάχυτον εις τον εγκέγαλον ταυτιζόμενον με τα νοήματα και τα ρήματά του και υπόδουλος εις αυτά.

Έτσι αντί να βασιλεύει μετά του Θεού επί της φύσεως, καθίσταται δούλος αυτής. Δια να αποκατασταθή η φυσιολογική λειτουργία της ανθρωπίνης προσωπικότητος μέσω της περιτομής ταύτης της καρδίας από όλους τους λογισμούς (Ρωμ. 2:29), πρέπει να ελευθερωθή ο έσω άνθρωπος από την δουλείαν εις ό,τιδήποτε εν σχέσει προς το περιβάλλον του, λ.χ. αυτοϊκανοποίησιν, πλούτον, ιδιοκτησίαν, ακόμη και τους γονείς και συγγενείς του (Ματθ. 10:37; Λουκ. 14:26). Ο σκοπός δεν είναι η απόκτησις Στωϊκής απαθείας δια της καταργήσεως της συμπαθείας, αλλ' η παροχή της δυνατότητος εις την καρδίαν να δεχθή τας προσευχάς και τους ψαλμούς, που το Άγιον Πνεύμα μεταφέρει εκεί από την διάνοιαν και ενεργοποιεί αδιαλείπτως. Έτσι ο επί κεφαλής του νευρικού συστήματος εγκέφαλος απασχολείται με τας καθημερινάς δραστηριότητας και τον ύπνον, ενώ συγχρόνως το πνεύμα του ανθρώπου προσεύχεται εν τη καρδία αδιαλείπτως. Δηλαδή γίνεται ωσάν επισκευασμένη δισκέτα υπολογιστού εις την οποίαν κείμενα προσευχών μεταφέρονται από τον εγκέφαλον και επανέρχονται εις αυτόν. Όμως οι ούτω πνεύματι προσευχόμενοι αδιαλείπτως, προσεύχονται και μεγαλοφώνως με την λογικήν προκειμένου να συνεισφέρουν εις την κατήχησιν και οικοδομήν των ιδιωτών και απίστων. Αυτό εννοεί ο Παύλος με το "προσεύξωμαι τω πνεύματι, προσεύξωμαι τω νοΐ, ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ και τω νοΐ" (Α' Κορ. 14:15).

Αυτό είναι το πλαίσιον της αναφοράς του Αποστόλου Παύλου και του Ευαγγελιστού Ιωάννου εις το Παράκλητον Πνεύμα το Οποίον εντυγχάνει υπέρ ημών εν τη καρδία. Το Άγιον Πνεύμα καθ' αυτό εντυγχάνει υπέρ όλων των ανθρώπων "στεναγμοίς αλαλήτοις" (Ρωμ. 4:26). Αλλ' ευρίσκει ανταπόκρισιν εις εκείνους, που συνεργάζονται 1) εις την κάθαρσιν του πνεύματός των, δηλαδή του "έσω ανθρώπου" ή "τής νοεράς ενεργείας" από όλους τους λογισμούς, καλούς και κακούς, 2) εις τον επαναχωρισμόν του πνεύματος τούτου από την λογικήν και 3) εις την επάνοδον του πνεύματος εις την καρδίαν μαζί με προσευχάς και ψαλμούς της διανοίας. Έτσι η θεραπεία της ανθρωπίνης προσωπικότητος εισέρχεται εις το στάδιον του φωτισμού. Αυτά προϋποθέτει ο Παύλος όταν γράφει, "προσεύξομαι τω πνεύματι, προσεύξομαι δε τω νοΐ, ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ δε και τω νοΐ." (1 Κορ. 14:15).

Μόλις μας είπεν ο Παύλος, ότι η προσευχή πνεύματι περιλαμβάνει ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης. Επομένως δεν ομιλεί δια ακαταλήπτους και μεγαλοφώνους προσευχάς, αφού οι ψαλμοί ήσαν γνωστοί εις όλους.

Ο Παύλος ομιλεί δια τα "γένη γλωσσών," τα οποία συμπεριλαμβάνουν προσευχάς και ψαλμούς του πνεύματος του ανθρώπου εν τη καρδία και τα οποία ακούονται μόνον από εκείνους που έχουν το ίδιον χάρισμα. Όσοι ιδιώται δεν είχον ακόμη το χάρισμα αυτό δεν ηδύναντο να ακούσουν τας προσευχάς και τους ψαλμούς εν τη καρδία των εχόντων το χάρισμα αυτό των "γλωσσών." Κορίνθιοι εις την κατάστασιν του φωτισμού είχον εισαγάγει την καινοτομίαν να τελούν ακολουθίας νοερώς εν τη καρδία παρόντων των "ιδιωτών," που δεν είχον λάβει ακόμη "τά γένη γλωσσών." Έτσι όμως ήτο αδύνατον εις τους ιδιώτας να οικοδομούνται και να απαντούν με το "αμήν" τους εις τα κατάλληλα μέρη της ακολουθίας, διότι απλώς δεν ήκουον τίποτε.

Ο Παύλος δηλώνει σαφώς, ότι "ουδείς ακούει" (Α'Κορ.14:2). "Εάν έλθω προς υμάς γλώσσαις λαλών, τί υμάς οφελήσω, εάν μη υμίν λαλήσω...;" (Α'Κορ. 14:6-7). Οι μη έχοντες το χάρισμα των γλωσσών πρέπει να ακούσουν την "δύναμιν της φωνής" των προσευχών και των ψαλμών δια να απαντήσουν με το ιδικόν των "αμήν" (Α' Κορ. 14:11,16). "...εάν άδηλον σάλπιγξ φωνήν δώ, τίς παρασκευάσεται εις πόλεμον; ούτως και υμείς δια της γλώσσης, εάν μη εύσημον λόγον δώτε, πώς γνωσθήσεται το λαλούμενον; έσεσθε γαρ εις αέρα λαλούντες. τοσαύτα ει τύχοι γένη φωνών εισιν εν κόσμω, και ουδέν άφωνον." (1 Κορ, 14:8-10). Δεν πρέπει οι φωτισμένοι να περιορισθούν εις το "λαλείν γλώσσαις" με "άδηλον φωνήν" παρουσία των "ιδιωτών" (Α' Κορ. 14:10-11). "Σύ μεν γαρ καλώς ευχαριστείς, αλλ' ο έτερος ουκ οικοδομείται" (Α' Κορ. 14:17).

Όταν ο Παύλος λέγη "μείζων ο προφητεύων ή ο λαλών γλώσσαις, εκτός ει μη διερμηνεύει, ίνα η Εκκλησία οικοδομήν λάβη" (Α' Κορ. 14:5), εννοεί σαφώς, ότι εκείνος, ο οποίος ομιλεί μόνον "γλώσσαις," πρέπει να αποκτήση το χάρισμα να "διερμηνεύη" τας προσευχάς και τους ψαλμούς του πνεύματος εν τη καρδία, συγχρόνως εις προσευχάς και ψαλμούς του νοός, δια να απαγγέλωνται και μεγαλοφώνως προς οικοδομήν των ιδιωτών. "Διό ο λαλών γλώσση προσευχέσθω, ίνα διερμηνεύη. Εάν γαρ προσεύχωμαι γλώσση, το πνεύμά μου προσεύχεται, ο δε νούς μου άκαρπός εστιν. Τί ουν εστιν; προσεύξωμαι τω πνεύματι, προσεύξωμαι δε (συγχρόνως) και τω νοΐ, ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ δε και (συγχρόνως) τω νοΐ. Επεί εάν ευλογής εν πνεύματι, ο αναπληρών τον τόπον του ιδιώτου, πώς ερεί το αμήν επί τη σή ευχαριστία, επειδή τί λέγεις ουκ οίδεν, σύ μεν καλώς ευχαριστείς, αλλ' ο έτερος ουκ οικοδομείται. Ευχαριστώ τω Θεώ, πάντων υμών μάλλον γλώσσαις λαλώ, αλλ' εν εκκλησία θέλω πέντε λόγους τω νοΐ μου λαλήσαι, ίνα και άλλους κατηχήσω ή μυρίους λόγους εν γλώσση" (Α' Κορ. 14: 13- 19).

Ο Παύλος ουδέποτε λέγει, ότι ο είς διερμηνεύει εκείνα που έτερος λέγει "γλώσσαις." Έκαστος διερμηνεύει αυτά που ο ίδιος λέγει "γλώσσαις." Τούτο προϋποθέτουν και τα λεχθέντα εις το Α' Κορ. 14:27- 28: "είτε γλώσση τις λαλεί, κατά δύο ή το πλείστον τρείς και ανά μέρος και είς διερμηνευέτω. Εάν δε μη ή διερμηνευτής, σιγάτω εν εκκλησία, εαυτώ λαλείτω και τω Θεώ." Δηλαδή εάν ο γλώσση λαλών δεν είναι διερμηνευτής, τότε σιωπεί εν εκκλησία. Όμως λαλεί εαυτώ και τω Θεώ. Άλλαις λέξεσιν το λαλείν γλώσσαις καθ' εαυτό γίνεται εν τη καρδία και όχι μεγαλοφώνως. Με την εντολήν αυτήν ο Παύλος στερεί τους έχοντας μόνον "τά γένη γλωσσών" της δυνάμεως να επιβάλλουν την εν λόγω καινοτομίαν των μέσω της πλειοψηφίας των.

Ο Παύλος ομιλεί σαφώς δια προσευχάς και ψαλμούς μη απαγγελομένους με "τήν δύναμιν της φωνής," αλλ' ακουομένους εντός της καρδίας. Ο φωτισμός αυτός της καρδίας ουδετερώνει την υποδούλωσιν εις το ένστικτον της αυτοσυντηρήσεως και αρχίζει την μεταμόρφωσιν της ιδιοτελούς αγάπης εις ανιδιοτελή αγάπην. Αυτό αποτελεί το χάρισμα της ενδιαθέτου πίστεως εις τον έσω άνθρωπον, το οποίον είναι η δικαίωσις, καταλλαγή, υιοθεσία, ειρήνη, ελπίς και ζωοποίησις.

Αι προσευχαί και οι ψαλμοί αδιαλείπτως (Β' Θεσ. 5:17) ενεργούμενοι νοερώς εν τη καρδία (Εφ. 5:18-20), τ.έ. "τά γένη γλωσσών" (Α' Κορ. 12:10,28), μεταμορφώνουν τον "ιδιώτην" (λαϊκόν) εις ναόν του Αγίου Πνεύματος και μέλος του σώματος του Χριστού και του βασιλείου ιερατεύματος. Αυτή είναι η αρχή της απελευθερώσεως του πιστού από την δουλείαν εις το περιβάλον, όχι δια της φυγής απ' αυτό, αλλά δια του ελέγχου επ' αυτού, όχι δια της ιδιοτελούς εκμεταλλεύσεως, αλλά δια της ανιδιοτελούς αγάπης. Εντός των πλαισίων τούτων "ο νόμος του Πνεύματος της ζωής εν Χριστώ Ιησού ηλευθέρωσέ με από του νόμου της αμαρτίας και του θανάτου... Ει δε τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ εστιν αυτού. Ει δε Χριστός εν υμίν, το μεν σώμα νεκρόν δι' αμαρτίαν, το δε πνεύμα ζωή δια δικαιοσύνην" (Ρωμ. 8:2,9, 10).

Καθ' όν χρόνον η θεραπεία του φωτισμού αυξάνει την τελειότητα της αγάπης, και μάλιστα με ήτταν του διαβόλου, ο φωτισμένος λαμβάνει εκ των απαριθμουμένων εις το Α' Κορ. 12.28 ανωτέρων χαρισμάτων αναλόγως, με κορύφωσιν τον δοξασμόν. Ο Παύλος δηλώνει, ότι "εί δοξάζεται έν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη" (Α' Κορ. 12: 26), με σκοπόν να εξηγήση, διατί οι προφήται είναι δεύτεροι μετά τους αποστόλους και πρίν από όλα τα άλλα μέλη του σώματος του Χριστού. Η υπό του Πνεύματος μεταβίβασις εκ της διανοίας εις την καρδίαν προσευχών και ψαλμών είναι η δικαίωσις και η ζωοποίησις του έσω ανθρώπου και η θέα του Χριστού "δι' εσόπτρου εν αινίγματι" (Α' Κορ. 13:12). Δοξασμός είναι η έλευσις του "τελείου" (Α' Κορ. 13:10), δηλαδή η θέα του Χριστού εν δόξη "πρόσωπον προς πρόσωπον" (Α' Κορ. 13:12). Όταν γράφη ο Παύλος, "άρτι γιγνώσκω εκ μέρους" (αυτόθι), αναφέρεται εις την τρέχουσαν κατάστασιν του φωτισμού του ή της δικαιώσεως. Με την επομένην φράσιν του: " τότε δε επιγνώσομαι, καθώς και επεγνώσθην" (αυτόθι), ο Παύλος λέγει, ότι θα δοξασθή, όπως είχεν ήδη δοξασθή. Εις την κατάστασιν του φωτισμού ο πιστός είναι "νήπιος." Αφού δοξασθή, επιστρέφει εις τον φωτισμόν ως "ανήρ" (Α' Κορ. 13:11).

Κατά την διάρκειαν του δοξασμού, που είναι θέωσις και αποκάλυψις, η προσευχή εν τη καρδία ("γλώσσαι"), η γνώσις και η προφητεία, μαζί με την πίστιν και την ελπίδα, καταργούνται, αφού αντικαθίστανται από τον ίδιον τον Χριστόν εν τη ακτίστω βασιλεία και δόξη του Πατρός. Μόνον η αγάπη δεν εκπίπτει (Α' Κορ. 13:8-11). Κατά την διάρκειαν του δοξασμού τα περί Θεού και τα εν ευχή προς τον Χριστόν νοήματα και ρήματα καταργούνται. Μετά την θέωσιν και με την επιστροφήν εις τον φωτισμόν, επιστρέφουν γνώσις, προφητεία, γλώσσαι, πίστις και ελπίς και επανενώνονται με την αγάπην, η οποία δεν είχεν "εκπέσει." Τα υπό των θεουμένων χρησιμοποιούμενα εις την διδασκαλίαν και προσευχήν ρήματα και νοήματα δια την καθοδήγησιν άλλων μέχρι τον δοξασμόν είναι θεόπνευστα, αλλά μόνον εις την χρήσιν και υπό την καθοδήγησιν φωτισμένων και θεουμένων. Οι μη γνωρίζοντες, ότι ο σκοπός αυτών των ρημάτων και νοημάτων είναι η κατάργησίς των κατά την διάρκειαν της θεώσεως, βαδίζουν επί θεμελίων της φαντασίας των.

Αυτή είναι η θέα του εν δόξη αναστάντος Χριστού, την οποίαν είχεν ο Παύλος και δια της οποίας ο Θεός θέτει εις την κεφαλήν (Α' Κορ. 12:28) και το θεμέλιον (Εφ. 2:20) της Εκκλησίας τους αποστόλους και προφήτας. Αυτό το "θεμέλιον," το οποίον περιλαμβάνει και γυναίκας προφήτιδας (Πράξ. 2:17; 21:9; Α' Κορ. 11:5), αποτελεί το πλαίσιον της δηλώσεως του Παύλου, ότι εν Χριστώ "ουκ ένι άρσεν και θήλυ" (Γαλ. 3:28).

 

Ο δοξασμός δεν είναι θαύμα. Είναι το τελικόν φυσικόν στάδιον της μεταμορφώσεως της ιδιοτελούς αγάπης εις ανιδιοτελή αγάπην και η άφιξις του ανθρώπου εις την κατάστασιν δια την οποίαν εδημιουργήθη. Και ο Παύλος και ο Ιωάννης σαφώς θεωρούν την εν τη ζωή ταύτη θέαν του Χριστού εν δόξη αναγκαίαν δια την τελείωσιν της αγάπης και της διακονίας προς την κοινωνίαν (Ιω. 14:21-24, 16:22, 17:24; Α' Κορ. 13:10-13; Εφ. 3:3-6). Αι εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού εν δόξη δεν ήσαν και δεν είναι θαύματα, δια να εκθαμβώσουν τους θεατάς και να τους πείσουν να πιστεύσουν εις την θεότητά Του. Θαύμα δεν ήτο η ανάστασις του Κυρίου της δόξης. Θαύμα ήτο η σταύρωσις και ο θάνατός Του. Ο αναστάς Χριστός εμφανίζεται μόνον δια την τελείωσιν της αγάπης, ακόμη και εις την περίπτωσιν του Παύλου, ο οποίος είχε φθάσει το κατώφλι του δοξασμού (Γαλ. 1:14 εξ.), μη γνωρίζων, ότι ο Κύριος της δόξης, τον οποίον επρόκειτο να ίδη, είχε γεννηθεί, σταυρωθεί και αναστηθεί. Αι εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου της δόξης εις το Α' Κορ. 15: 1-11 είναι οι δοξασμοί με τους οποίους ο Παύλος ολοκληρώνει την περί χαρισμάτων ανάπτυξιν που είχεν αρχίσει εις το 12:1.

Όλοι οι μετέπειτα θεωθέντες αποτελούν με τους αποστόλους το θεμέλιον της Εκκλησίας, διότι "...τήν ίσην δωρεάν έδωκεν αυτοίς ο Θεός ως και ημίν," λέγει ο Πέτρος (Πράξ. 11:17, 10:47). Δηλαδή οδηγήθησαν, ως οι απόστολοι κατά την Πεντηκοστήν, εις "πάσαν την αλήθειαν," η οποία είναι ο αναστάς και αναληφθείς εν δόξη Χριστός, επιστρέψας σαρκί εν ταις ακτίστοις πυρίναις γλώσσαις του Πνεύματός Του, δια να κατοικήση ως άνθρωπος μετά του Πατρός Του εν τοις γενομένοις ναοίς του Αγίου Πνεύματος πιστοίς ως ακριβώς υπεσχέθη (Ιω. 14-17). Ούτως, η Εκκλησία των ναών του Αγίου Πνεύματος προφητών έγινε το Σώμα του Χριστού, κατά του Οποίου "πύλαι άδου (θανάτου) ου κατισχύσουσιν."

Δοξασμός είναι η μέθεξις όχι μόνον της ψυχής αλλά και του σώματος εις την αθανασίαν και αφθαρσίαν δια την τελείωσιν της αγάπης. Δύναται να είναι θέα μικράς ή μακράς διαρκείας. Μετά από κάποιαν έκστασιν αποπροσανατολισμού ο νεωστί θεωθείς βλέπει τα πάντα γύρω του διαβεβρωμένα με την δόξαν/βασιλείαν του Θεού, η οποία, αφού δεν είναι ούτε φώς, ούτε σκότος, και δεν ομοιάζει με τίποτε το κτιστόν, υπερβαίνει πάντα τα ρήματα και νοήματα καί, παρ' ότι αποκαλυπτομένη, παραμένει μυστήριον αδιαπέραστον, ανέκφραστον και ως εκ τούτου απερίγραπτον. Κατά την διάρκειαν της θέας τα πάθη, τα οποία είχον ουδετεροποιηθεί και καταστεί αδιάβλητα με τον φωτισμόν, καταργούνται. Ο θεούμενος ούτε τρώγει, ούτε πίνει, ούτε κοιμάται, ούτε κουράζεται και δεν επηρεάζεται από την ζέστην ή το κρύο. Αυτά τα φαινόμενα εις τους βίους των αγίων, πρίν και μετά την ενσάρκωσιν του Κυρίου της δόξης, δεν είναι θαύματα, αλλ' η αποκατάστασις της υγείας της νοσούσης ανθρωπίνης φύσεως.

Οι Γεροντολόγοι έχουν αποδείξει ότι το γήρας είναι αρρώστια και ερευνούν, μήπως και ο ίδιος ο Θάνατος είναι αρρώστια. Θα ηδύναντο να αποτελέσουν συμβολήν εις την εν λόγω έρευναν οι θεούμενοι και τα λείψανά των. Τα σώματα εκατοντάδων θεουμένων παραμένουν σχετικώς ακέραια επί αιώνας εις μίαν κατάστασιν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Από τα παλαιότερα παραδείγματα είναι το ακέραιον σώμα του Αγίου Σπυρίδωνος εις την νήσον Κέρκυρα, του λαβόντος μέρος το 325 εις την Α' Οικ. Σύνοδον. Μόνον εις την Μονήν των Σπηλαίων εις το Κίεβον υπάρχουν 120 ακέραια ιερά λείψανα.

Αυτό είναι το πλαίσιον των λεχθέντων υπό του Αποστόλου Παύλου, ότι "καί η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού" (Ρωμ. 8:21). Από τα συμφραζόμενα είναι φανερόν, ότι η "ελευθερία της δόξης" είναι εδώ ελευθερία από την φθοράν και την θνητότητα. Αλλ' ακόμη και εκείνοι, των οποίων ο έσω άνθρωπος έφθασεν εις την υιοθεσίαν του φωτισμού, ως και εκείνοι, των οποίων και τα σώματα είχον δια της θεώσεως πρόγευσιν της αθανασίας και της αφθαρσίας, περιμένουν "τήν υιοθεσίαν, την απολύτρωσιν του σώματος ημών" (Ρωμ. 8:23). "Οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι και ημείς αλλαγησόμεθα... Δεί γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν" (Α' Κορ. 15:53,54).

Αυτά τα γνωρίζει κανείς όχι από στοχασμόν επάνω εις βιβλικά κείμενα, αλλά από την εμπειρίαν του δοξασμού, τουτέστι από "τήν ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού." Η εμπειρία του δοξασμού και όχι μόνον βιβλικά κείμενα είναι το θεμέλιον της πίστεως της Εκκλησίας εις την σωματικήν ανάστασιν του βιολογικού μέρους της ανθρωπίνης προσωπικότητος.

 

5) Τα Ιερά Λείψανα

Υπάρχουν δύο γενικά είδη αγίων λειψάνων, αυτά που ευωδιάζουν και αυτά που και σώζωνται ολόκληρα ή σχεδόν ολόκληρα. Φαίνεται ότι τα πρώτα ανήκουν εις τους αγίους που ευρίσκοντο εις την κατάστσιν φωτισμού όταν εξεδήμησαν και τα δεύτερα εις αγίους που ευρίσκονται εις κατάστασιν δοξασμού.

Από μαρτυρίας πατέρων προκύπτει το γεγονός ότι η άκτιστος δημιουργική, συνεκτική, προνοητική, καθαρτική, φωτιστική και θεωτική ενέργεια του Θεού είναι απλή, διαιρείται αδιαιρέτως και πανταχού παρούσα ενεργεί τα πάντα εν πάσι. Έτσι ο θεούμενος εν Αγίω Πεύματι ευρισκόμενος βλέπει ως μέλος του Σώματος του Χριστού τον Πατέρα εν τω ενσαρκωθέντι Λόγω έσωθεν. Αυτών τα σώματα διατηρούνται τοιουτοτρόπως αφού η νοερά ενέργειά τους συνεχίζει να στροφαλίζεται κυκλικώς εντός της καρδίας τους εν κοινωνία με την θεωτικήν ενέργειαν της Αγίας Τριάδος. Πιθανόν θα ημπορούσαμεν να δούμεν τον στροφαλισμόν αυτόν με μαγνητικό αξωνικό τομογράφο.

Φαίνεται ότι έχουν δίκαιον εκείνοι που πιστεύουν ότι αι μέλαναι οπαί ευρίσκονται όχι μόνον εις το κέντρον των Γαλαξίων δίνοντες εις αυτάς την κυκλικήν τους κίνησιν, αλλά και εις μικροσκοπικά μεγέθη παντού εις το σύμπαν και αναμεσά μας και μέσα μας.

 

6) Όχι "εκ του κόσμου," αλλ' "εν τω κόσμω"

Η Φραγκο-Λατινική διάκρισις μεταξύ πρακτικής (αctive) και θεωρητικής (contemplative) ζωής δεν υπάρχει εντός του σώματος του Χριστού. Το χάρισμα του Αγίου Πνεύματος των αδιαλείπτων προσευχών και ψαλμών, μέσω των οποίων ο ιδιώτης (λαϊκός) εισέρχεται εις το βασίλειον ιεράτευμα, γενόμενος ναός του Αγίου Πνεύματος και μέλος του σώματος του Χριστού, καθιστά την εν λόγω διάκρισιν αδύνατον. Η κάθαρσις και ο φωτισμός της καρδίας και η θέωσις είναι η πραγματικότης εντός της οποίας κινείται ο κάθε πιστός και η παράδοσις εντός της οποίας λειτουργεί αναποσπάστως η ειδική ιερωσύνη. Αντιθέτως προς την εν λόγω Λατινικήν διάκρισιν όλα τα μέλη του σώματος του Χριστού ευρίσκονται εις την θεωρίαν του φωτισμού βαδίζοντες προς την θεωρίαν της θεώσεως.

"...ουδείς εν πνεύματι Θεού λαλών λέγει, ΑΝΑΘΕΜΑ ΙΗΣΟΥΣ, και ουδείς δύναται ειπείν, ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ, ει μη εν Πνεύματι Αγίω" (Α' Κορ. 12:3). Αυτή είναι η βιβλική και πατερική πνευματικότης και η δύναμις, εξ αιτίας της οποίας ήτο αδύνατον δι' ένα πιστόν-ναόν του Αγίου Πνεύματος, παρ' όλα τα βασανιστήρια και μαρτύρια, να λυγίση και να απαρνηθή τον Χριστόν. Τυχόν απάρνησις απλώς απεδείκνυε, ότι δεν ήτο μέλος του σώματος του Χριστού. Οι μάρτυρες και οι νεο-μάρτυρες ήσαν η απόδειξις της δυνάμεως του φωτισμού και της θεώσεως, δηλαδή του μυστηρίου του σταυρού, κατά των δυνάμεων του σκότους ως και το κατ' εξοχήν κήρυγμα ελευθερίας. Η πρωταρχική αποστολή των ναών του Αγίου Πνεύματος ήτο να εργάζωνται εις οποιοδήποτε επάγγελμα είχον ταχθεί και να επιδιώκουν να διαδώσουν την ιδικήν των θεραπείαν εις τους άλλους. Κατά κυριολεξίαν ειργάζοντο εντός της κοινωνίας των, με μίαν ειδικότητα ομοίαν με εκείνην των ψυχιάτρων. Διέφερον, όμως, απ' αυτούς εις το ότι δεν επεδίωκον, ωσάν αυτούς, την διανοητικήν ισορροπίαν των νοσούντων, με την προσαρμογήν των εις γενικώς αποδεκτούς κανόνας φυσιολογικής σκέψεως και συμπεριφοράς. Ο ιδικός των κανών υγείας και φυσιολογικής σκέψεως και συμπεριφοράς ήτο ο δοξασμός. Η θεραπευτική δύναμίς των δεν ήτο και δεν είναι "εκ του κόσμου τούτου." Αλλ' αύτοί, όμως, είναι "εν τω κόσμω," εργαζόμενοι δια την θεραπείαν της καρδίας των ανθρώπων καί, ως εκ τούτου, δια την μεταμόρφωσιν του κόσμου.

 

 

7) Θεολογία και δόγμα

Όλοι όσοι έφθασαν εις τον δοξασμόν μαρτυρούν το γεγονός, ότι "Θεόν φράσαι μεν αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον," αφού γνωρίζουν απ' αυτήν την εμπειρίαν των, ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ομοιότης μεταξύ κτιστού και ακτίστου.

Τούτο σημαίνει, ότι τα περί Θεού ρήματα και νοήματα, τα οποία δεν αντιτίθενται εις την εμπειρίαν της θεώσεως, αλλά και οδηγούν εις την κάθαρσιν και τον φωτισμόν της καρδίας και την θέωσιν, είναι Ορθόδοξα. Ρήματα και νοήματα, τα οποία αντιτίθενται εις τον δοξασμόν και απομακρύνουν από την κάθαρσιν και τον φωτισμόν της καρδίας και την θέωσιν είναι αιρετικά.

Αυτό είναι το κλειδί των αποφάσεων των Επτά Ρωμαϊκών Οικουμενικών Συνόδων, ως και της 8ης του 879 και της 9ης του 1341.

Σχεδόν όλοι οι ιστορικοί των δογμάτων αγνοούν το κλειδί τούτο και πιστεύουν ότι οι πατέρες προσεπάθουν, ωσάν τον Αυγουστίνον, να κατανοήσουν στοχαστικώς και διαλεκτικώς το μυστήριον, το οποίον κρύβεται όπισθεν των περί Θεού ρημάτων και νοημάτων. Επιστρατεύουν μεταξύ των πατέρων ακόμη και τον Γρηγόριον τον Θεολόγον εις το στρατόπεδον της Φραγκο-Λατινικής θεολογίας, παρουσιάζοντές τον εν μεταφράσει να λέγει, ότι επιτρέπεται "τό φιλοσοφείν περί θεού" μόνον εις τους "ήδη γενομένους ειδικούς εις τον διαλογισμόν" (past masters of meditation), αντί εις μόνους τους "διαβεβηκότας εν θεωρία," η οποία είναι η θέα του Χριστού "δι' εσόπτρου εν αινίγματι" "γλώσση" και "πρόσωπον προς πρόσωπον" κατά τον "δοξασμόν."

Οι Πατέρες σαφώς απορρίπτουν ως πλάνην την ιδέαν ότι η διατύπωσις των δογμάτων αποτελεί μέρος προσπαθείας κατανοήσεως των περί Αγίας Τριάδος και ενσαρκώσεως του Λόγου μυστηρίων της πίστεως. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γελειοποιεί τοιούτους αιρετικούς: "Ειπέ σύ την αγεννησίαν του πατρός, καγώ την γέννησιν του υιού φυσιολογήσω και την εκπόρευσιν του πνεύματος και παραπληκτίσομεν άμφω εις Θεού μυστήρια παρακύπτοντες" (Θεολ. Λόγος Δ',8). Ούτε εδέχθησαν ποτέ οι Πατέρες την θέσιν του Αυγουστίνου και των ακολουθούντων αυτόν Λατίνων, ότι η Εκκλησία κατανοεί καλύτερα και βαθύτερα την πίστιν και τα δόγματα με την πάροδον του χρόνου. Κάθε περίπτωσις δοξασμού μέσω των αιώνων είναι μετοχή "εις πάσαν την αλήθειαν" της Πεντηκοστής, η οποία ούτε αύξησιν, ούτε βαθυτέραν κατανόησιν επιδέχεται.

Τούτο σημαίνει επίσης, ότι η Ορθόδοξος δογματική είναι καθ' ολοκληρίαν ποιμαντική, αφού δεν υφίσταται εκτός των πλαισίων της θεραπείας της καρδίας δια της καθάρσεως και του φωτισμού και εφόσον θεολόγος είναι κατ' εξοχήν ο θεούμενος, του οποίου η θέωσις είναι υπέρ πάντα λόγον και έννοιαν.

Το να είναι κανείς θεολόγος σημαίνει κατά πρώτον και κύριον λόγον, ότι είναι ειδικός εις τας μεθοδείας του διαβόλου. Ο φωτισμός και κυρίως ο δοξασμός μεταδίδουν το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων δια την κατατρόπωσιν του διαβόλου, ειδικώς όταν ούτος προσφεύγει εις την διδασκαλίαν της θεολογίας και πνευματικότητος εις εκείνους που αρχίζουν να γλυστρούν μέσα από τα χέριά του.

 

8) Τα Μυστήρια

Το σημαντικώτερον αποτέλεσμα της εκφραγκο-λατινικεύσεως της Ορθοδόξου θεολογικής παιδείας τον 18ον και 19ον αιώνα, υπήρξεν η εξαφάνισις από τα δογματικά εγχειρίδια, και ιδίως από τα κεφάλαια περί μυστηρίων, της υπάρξεως των μελών του σώματος του Χριστού εντός των πλαισίων της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας και της θεώσεως, παρ' ότι τα λειτουργικά κείμενα ακριβώς ταύτα προϋποθέτουν. Επηρεασμένα από Ρωσικά και Λατινικά εγχειρίδια ελησμόνησαν το γεγονός το μυστήριον της ιερωσύνης προϋποθέτει την θέωσιν, δηλαδή την προφητείαν, "μή αμέλει του εν σοί χαρίσματος, ό εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου. (Α' Τιμ. 4:14)"

 

9) Προφήται και διανοούμενοι

Η δημιουργία είναι τελείως εξηρτημένη από τον Θεόν, μολονότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ομοιότης μεταξύ των. Τούτο σημαίνει, ότι δεν υπήρξε και δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ πεπαιδευμένου και απαιδεύτου, όταν και οι δύο βαδίζουν την οδόν της θεραπείας του φωτισμού και της τελειώσεως του δοξασμού, δια να γίνουν απόστολοι και προφήται. Υψηλοτέρα γνώσις περί της κτιστής πραγματικότητος δεν παρέχει ουδέν ιδιαίτερον δικαίωμα επάνω εις την γνώσιν του ακτίστου. Ούτε η άγνοια δια την κτιστήν πραγματικότητα αποτελεί μειονέκτημα δια να φθάση κανείς εις την υψίστην υπέρ την γνώσιν γνώσιν του ακτίστου.

 

10) Προφήται και Φραγκο-Λατίνοι Πάπαι

Από τα πέντε Ρωμαϊκά Πατριαρχεία Πρεσβυτέρας Ρώμης, Νέας Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων οι Φράγκοι κατέλαβον, δια της στρατιωτικής βίας, εκείνο της Πρεσβυτέρας Ρώμης, αντικαθιστώντας τους Ρωμαίους Πάπας με Τεύτονας κατά την διάρκειαν ενός αγώνος, ο οποίος ήρχισε το 983 και έληξε το 1046. Ούτως, επεξέτεινον τον έλεγχόν των επί της αποστολικής διαδοχής μέχρις αυτού του Παπικού Θρόνου ως μέρος των σχεδίων των δια παγκόσμιον κυριαρχίαν. Μετέβαλαν τους Ρωμαίους Πατέρας εις Γραικούς και Λατίνους και προσέθεσαν τους Φράγκους εις τους λεγομένους ανυπάρκτους αυτούς Λατίνους Πατέρας και έτσι εχάλκευσαν τον μύθον ότι οι Φράγκοι και οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες αποτελούν κάποια ενιαία Λατινική Χριστιανωσύνη. Δια το Ισλάμ ο Πάπας είναι ακόμη και σήμερον Λατίνος και Φράγκος και οι ιδικοί μας Πατριάρχαι Νέας Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων είναι Ρωμαίοι.

Η άγνοια του ποίοι και τί είναι οι προφήται και διατί κατέχουν την δευτέραν θέσιν μετά τους αποστόλους, εδημιούργησε το κενόν, το οποίον επληρώθη με το Φραγκο-Λατινικόν αλάθητον του Πάπα.

 

11) Προφήται και Πατέρες

Ο Γρηγόριος Νύσσης πληροφορεί τους αναγνώστας του, ότι αιρέσεις εμφανίζονται εις εκείνας τας Εκκλησίας, όπου δεν υπάρχουν προφήται. Ο λόγος είναι, ότι οι ηγέται των προσπαθούν να κοινωνήσουν με τον Θεόν μέσω του λογικού στοχασμού και της περί Θεού (αφηρημένης) φαντασίας, αντί μέσω του φωτισμού και δοξασμού. Το να συγχέη κανείς τας περί Θεού σκέψεις του με τον Θεόν είναι εξ επόψεως θρησκείας, ειδωλολατρεία και εξ επόψεως επιστημονικής μεθόδου αγραμματωσύνη.

Περί αποστόλων και προφητών ομιλεί ο Παύλος όταν γράφη, "ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ' ουδενός ανακρίνεται." (1 Κορ. 3:15). Διότι ούτοι έφθασαν εις την εν τω Χριστώ θεοπτίαν γενόμενοι αυτόπται μάρτυρες, ότι οι άρχοντες του αιώνος τούτου είχον σταυρώσει "τόν Κύριον της δόξης" (1 Κορ. 2:8). Αυτόν τον Κύριον της δόξης, Μεγάλης Βουλής Άγγελον, τον Ώντα, Θεόν Αβραάμ και Θεόν Ισαάκ και Θεόν Ιακώβ, τον Παντοκράτορα, την Σοφίαν του Θεού, την ακολουθούσαν Πέτραν (1 Κορ. 10:4), είδον οι προφήτες πάντες της Παλαιάς Διαθήκης. Εκ των οποίων ο Βαπτιστής Ιωάννης εν θεοπτία γενόμενος, είδεν εν σαρκί τον Κύριον της δόξης. Ασφαλώς και οι εις Αυτόν τυπικώς πιστεύοντες Ιουδαίοι, "ει έγνωσαν, ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσταύρωσαν." Πάντως εις τους θεουμένους προσαρμόζει ο Παύλος το "ά οφθαλμός ουκ είδεν και ούς ήκουσεν και επί καρδίαν ουκ ανέβη, όσα ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν. ημίν απεκάλυψεν ο Θεός δια του πνευματός αυτού" (1 Κορ. 2:9-10) ότι "τόν Κύριον της δόξης εσταύρωσαν" (1 Κορ. 8:8). Αυτοί οι αυτόπτες μάρτυρες θεούμενοι και οι φωτισθέντες μαθηταί των είναι οι μόνοι αυθεντίαι εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτοί διατυπώνουν τους όρους της πίστεως που οδηγούν εις την θεραπείαν του "έσω ανθρώπου" και χρησιμεύουν ως σήματα κινδύνου να αποφύγουν οι πιστοί τους κομπογιαννίτες που υπόσχονται πολλά και δεν έχουν τίποτε να προσφέρουν εις την προετοιμασίαν δια την εμπειρίαν της εν Χριστώ δόξης του Θεού που πάντες θα ιδούν, είτε ως παράδεισον είτε ως κόλασιν.

 

12) Ο Κύριος της Δόξης και αι Οικουμενικοί Σύνοδοι

Δια τον Χριστόν και τους αποστόλους η Αγία Γραφή είναι η Παλαιά Διαθήκη εις την οποίαν προσετέθη η Καινή Διαθήκη. Τα ευαγγέλια του Ματθαίου, Μάρκου και Λουκά συνετάγησαν ως οδηγούς εις την κάθαρσιν του έσω ανθρώπου, δηλαδή του πνεύματός του (νοός) εν τη καρδία, και τα πρώτα στάδια του φωτισμού πρό του βαπτίσματος δι' ύδατος. Εις αυτά ο Χριστός αποκαλύπεται ως ο ενσαρκωθείς Κύριος της δόξης εις το βάπτισμά του και την μεταμόρφωσίν του, όταν φανερούται ως η κατά φύσιν πηγή της ακτίστου δόξης, βασιλείας και θεότητος του Πατρός. Το ευαγγέλιον του Ιωάννου συνετάγη δια τους ήδη βαπτισθέντας δι' ύδατος ως οδηγόν εις το βάπτισμα του Πνεύματος, δηλαδή τον φωτισμόν και την προκοπήν της καρδίας (ιδίως Ιων. 13:31-17) ίνα δια της ανιδιοτελούς αγάπης φθάση εις τον δοξασμόν (Ιων. 17) δια του οποίου θεωρεί τον εν σαρκί Κύριον της δόξης να δοξάζεται εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν Αυτώ δια του μυστηρίου του σταυρού (Ιων. 13:31;18-21). Δια τον λόγον αυτόν αυτό του Ιωάννου καλείται το "πνευματικόν ευαγγέλιον,".

Οι υπό των αποστόλων, προφητών και πατέρων μεμυημένοι εις το σώμα του Χριστού ουδέποτε έμαθον περί ενσαρκώσεως, βαπτίσματος, μεταμοφώσεως, σταυρώσεως, ταφής, αναλήψεως, γλωσσών ωσεί πυρός την Πεντηκοστήν όταν η Εκκλησία έγινε το Σώμα του Χριστού, με απλή μελέτην της Αγίας Γραφής. Την εμελέτον ως μέρος αναπόσπαστον της μυήσεως εις την κάθαρσιν και τον φωτισμόν της καρδίας και την ετοιμασίαν δια τον δοξασμόν της υπό του Κυρίου της δόξης της Παλαιάς Διαθήκης γεννηθέντος σαρκί εκ της Θεοτόκου.

Εντός των πλαισίων του δοξασμού τούτου των αποστόλων και προφητών εταύτισε η αρχαία εκκλησία τον Χριστόν με τον Μεγάλης Βουλής Άγγελον και την Σοφίαν του Θεού, δια του Οποίου έκτισε ο Θεός τον κόσμον, εδόξασε τους φίλους Του τους προφήτας και μέσω αυτών οδήγησε τον περιούσιον λαόν του εις την ενσάρκωσιν αυτού τούτου του Κυρίου της δόξης εκ της Θεοτόκου ίνα καταργήση το κράτος του Θανάτου επί των μελών της Εκκλησίας της Παλαιάς Διαθήκης (Ματθ. 16:18). Παρ' ότι εδοξάσθησαν, ο "Αβραάμ απέθανεν και οι προφήται" (Ιων. 8:53). "...εάν τις τον εμόν λόγον τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα" (Ιων. 8:53). Δια τούτο υπάρχει η πρώτη ανάστασις της ψυχής (Αποκ. 20:5) και η δευτέρα ανάστασις του σώματος (Αποκ. 20:6), όπως επίσης υπάρχει πρώτος θάνατος της ψυχής (1 Τιμ. 5:6; Αποκ. 20:14) και ο δεύτερος Θάνατος του σώματος (Αποκ. 20:14).

Ακόμη και οι υπό Οικουμενικών Συνόδων δικασθέντες αιρετικοί Αρειανοί και Ευνομιανοί εδέχοντο την ταύτισιν αυτήν του Χριστού με τον Κύριον της δόξης και Μεγάλης Βουλής Άγγελον της Παλαιάς Διαθήκης ως ουσιαστικόν μέρος της αποστολικής παραδόσεως. Αλλά λόγω κοινών φιλοσοφικών αρχών, τας οποίας εκληρονόμησαν αυτοί και οι Νεστωριανοί από τον Παύλον Σαμοσατέα, που περιέγραψα αλλού, οι Αρειανοί ισχυρίζοντο ότι ο Άγγελος και Κύριος της δόξης είναι το πρώτον εκ του μη όντος δημιούγημα της βουλής του Θεού πρό του χρόνου και των αιώνων και ως εκ τούτου ουχί συναείδιος και ομοούσιος τω Θεώ.

Μεταξύ άλλων εχρησιμοποίησαν οι Αρειανοί και Ευνομιανοί τον ισχυρισμόν, ότι ο Άγγελος της δόξης εγένετο ορατός εις τους προφήτας δια να αποδείξουν, ότι είναι κτιστός. Ομοίαζε η διδασκαλία των με αυτήν των Γνωστικών που εταύτιζον τον εν λόγω Άγγελον της Παλαιάς Διαθήκης με τον κατώτερον ορατόν θεόν, ή και τον σατανά, όστις δήθεν από άγνοιαν του καλού θεού έκτισε τον τάχα κακόν τούτον υλικόν κόσμον και παρεπλάνησε μέσω της σωματικής οράσεως τους προφήτας των Εβραίων.

Οι Αρειανοί και Ευνομιανοί ή ηγνόουν ή απέρριπτον την αποκάλυψιν, ότι οι θεούμενοι ευρίσκοντο εν θεοπτία γενόμενοι κατά χάριν θεοί και μόνον μέσω του Θεού έβλεπον την εν τω Κυρίω της δόξης πρίν και μετά την ενσάρκωσίν Του άκτιστον βασιλείαν και θεότητα του Θεού. Επρόσβαλον το βασικόν δόγμα της παραδόσεως των προφητών, ότι ο Θεός αποκαλύπτει εαυτόν τοις φίλοις Του μόνον μέσω του ακτίστου Μεγάλης Βουλής Αγγέλου και της ανθρωπίνης φύσεως Του αφού εγένετο σάρξ. Η χάρις και βασιλεία του φωτισμού και της δόξης, ήν κοινωνεί ο Λόγος του Θεού μέσω της ανθρωπίνης φύσεώς Του εις τα μέλη του σωματός Του είναι άκτιστος. Η διδασκαλία των Φραγκο-Λατίνων, ότι η χάρις ήν κοινωνεί η ανθρωπίνη φύσις του Χριστού είναι κτιστή ουδεμίαν θέσιν έχει εις την παράδοσιν των Οικουμενικών Συνόδων.

Ο λόγος διατί αι θεοφάνειαι του Λόγου εις την Παλαιάν Διαθήκην απουσιάζουν από τα δοκίμια της ιστορίας των δογμάτων και της δογματικής των Λατίνων και Προτεσταντών, ως και από αυτά των Ορθοδόξων από την εποχήν του Πέτρου του Μεγάλου και του Νεο-Ελληνισμού, είναι το γεγονός ότι ο Αυγουστίνος απέριψε την αποστολικήν και πατερικήν αυτήν παράδοσιν. Η παρερμηνεία του Αυγουστίνου περί των Θεοφανειών αποτέλεσε την μόνην παράδοσιν των Φράγκων, διότι ουσιαστικώς μόνον αυτόν εγώριζον κάπως καλώς μέχρι τον 11ον αιώνα. Τα σπάνια δοκίμια που αναφέρουν την αρχαίαν αυτήν παράδοσιν ισχυρίζονται ότι εγκατελήφθη ως θέσις που ηυνόει τους Αρειανούς.

Αντιθέτως όμως η παράδοσις αυτή συνεχίζει να αποτελή την ουσίαν της Ορθοδόξου παραδόσεως, ήτις διαποτίζει την μυστηριακήν, τελετουργικήν και εικονογραφικήν ζωήν της Εκκλησίας. Μάλιστα αποτελεί το απαραίτητον πλαίσιον εντός του οποίου οι Πατέρες χρησιμοποιούν τους όρους τρείς υποστάσεις, μία ουσία και το ομοούσιον του Λόγου τω Πατρί και Αγίω Πνεύματι. Αποτελούν όμως ανοησίαν, όχι μόνον εντός των πλαισίων της Αυγουστινίου θεολογίας των Φραγκολατίνων, αλλά και της Φραγκολατινοποιημένης θεολογίας "ορθοδόξων" οίτινες κατά παράδοσιν πλέον δανείζονται από δοκίμια ετεροδόξων όταν γράφουν περί θεμάτων δογματικής, ιστορίας δογμάτων και αγίας γραφής.

Ο Αυγουστίνος επίστευσε ότι μόνον οι Αρειανοί εταύτιζον τον Λόγον με τον Άγγελον της δόξης δια να αποδείξουν ότι είναι κτιστός, αφού είναι δήθεν ορατός εις τα όμματα των προφητών. Παρ' ότι ισχυρίζεται ότι ο Μεδιολάνων Αμβρόσιος ήλλαξε την προτέραν Μανιχαϊκήν θέσιν του επί της Παλαιάς Διαθήκης, αγνοεί πλήρως τα κατά των Αρειανών επιχειρήματα με τα οποία ο βαπτίσας αυτόν αποδεικνύει το άκτιστον του Μεγάλης Βουλής Αγγέλου, Λόγου, της Σοφίας του Θεού και το ομοούιον Αυτού τω Πατρί.

Επειδή ο Αυγουστίνος είχε κάμνει σύγχυσιν του φωτισμού και της θεώσεως με τον Νεο-Πλατωνικόν φωτισμόν και έκστασιν, συνεφώνει με τους εν λόγω φιλοσόφους και αιρετικούς ότι δεν μετέχει το σώμα εις την θεωρίαν Θεού. Εταύτισε τον δοξασμόν ή την θέωσιν με την ικανοποίησιν της δίψας δια ευδαιμονίαν και με την μετά Θάνατον Ζωήν. Δια τούτο ούτε εις την Παλαιάν και ούτε εις την Καινήν Διαθήκην κατενόησε τον εν τω Κυρίω της δόξης δοξασμόν. Δηλαδή δεν διέφερε ουσιαστικώς από τους Αρειανούς. Επέλυσε το πρόβλημα που έθεσαν οι Αρειανοί περί των Θεοφανειών πρό και μετά την ενσάρκωσιν με την πρωτότυπον θεωρίαν ότι οι προφήται έβλεπον και ήκουον τον Θεόν μέσω γινομένων εκ του μηδενός και απογινομένων εις το μηδέν κτισμάτων κατά βούλησιν του Θεού, ως π.χ. η καιομένη και άφλεκτος βάτος, η στύλη πυρός και νεφέλη, η δόξα και νεφέλη, και ακόμη ο Άγγελος της δόξης. Ο Θεός γίνεται μονίμως ορατός μέσω της ενσαρκώσεως του Λόγου του δια του οποίου μεταβιβάζει τα ρητά και νοήματά Του. Αλλά συνεχίζει να χρησιμοποιεί τα γενόμενα εκ του μηδενός μηνύματα και οράματα τα εις το μηδέν απογινόμενα, όπως αι γλώσσαι πυρός της Πεντηκοστής, της νεφέλης της αναλήψεως, της βασιλείας, δόξης, νεφέλης, φωτός και εξ ουρανού φωνής της Μεταμορφώσεως, της εξ ουρανού φωνής και περιστεράς της βαπτίσεως του Χριστού, και το πύρ της κολάσεως, κ.τ.λ. Είναι η καταδικασθείσα το 1341 διδασκαλία του Βαρλαάμ. Οι πατέρες της Συνόδου δεν υποψιάσθησαν ούτε την πηγήν της εν λόγω αιρέσεως και ούτε το γεγονός ότι ήτο η μόνη παράδοσις των Φραγκο-Λατίνων. Το αποτέλεσμα των ανωτέρων ήτο ότι τα λεκτικά σύμβολα, δια οποίων η Παλαιά και Καινή Διαθήκη εξέφραζε τας εμπειρίας του φωτισμού και της θεώσεως υποβιβάσθησαν εις γενόμενα και απογινόμενα κτίσματα και απίστευτα θαύματα. Περίεργον αποτέλεσμα των εν λόγω παρερμηνειών είναι ότι όχι μόνον το όνομα "βασίλειον" κυριαρχεί εις τας μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης παρ' ότι ούτε μία φορά απαντάται εις το ελληνικόν πρωτότυπον. Αλλά περιέργως επικράτησε εις τα Βιβλικά και λειτουργικά κείμενα των Ορθοδόξων μεταναστών εις την Ευρώπην, Αμερικήν, Αυστραλίαν και Ασίαν. Η βασιλεία του Θεού είναι η άκτιστος ενέργεια και δόξα δια της οποίας ο Θεός βασιλεύει τον κόσμον και εις οποίαν μετέχουν τα καθαιρόμενα, φωτιζόμενα και δοξαζόμενα μέλη της Εκκλησίας.

 

13) "...τό πνεύμα μη σβέννυται" (Α' Θεσσ. 5:19)

Η προσευχή του Αγίου Πνεύματος εν τη καρδία "στεναγμοίς αλαλήτοις" (Ρωμ. 8:26) δεν είναι καθ' εαυτήν μέθεξις εις το σώμα του Χριστού. Πρέπει να ανταποκριθή κανείς εις αυτήν την προσευχήν του Αγίου Πνεύματος με την ιδικήν του αδιάλειπτον προσευχήν του πνεύματός του εν τη καρδία. Έτσι, "Αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού. Ει δε τέκνα, και κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού, είπερ συμπάσχομεν, ίνα και συνδοξασθώμεν" (Ρωμ. 8:16-17.) Μολονότι αυτή η ανταπόκρισις είναι ιδική μας, είναι και χάρισμα Θεού. Αυτό ακριβώς προϋποθέτει ο Απ. Παύλος, όταν παραγγέλη: "αδιαλείπτως προσεύχεσθε...τό Πνεύμα μη σβέννυτε, προφητείας μη εξουθενείτε" (Α' Θεσσ. 5.17-19). Ο Παύλος εδώ μας λέγει να φροντίσωμεν να μείνωμεν ναοί του Αγίου Πνεύματος, διατηρώντες την αδιάλειπτον προσευχήν του πνεύματός μας εν τη καρδία, δια να φθάσωμεν να γίνωμεν προφήται δια της θεώσεως.

Το βάπτισμα του ύδατος "εις άφεσιν αμαρτιών" είναι μυστήριον ανεξάλειπτον, διότι η συγχώρησις από τον Θεόν δια την αρρώστειάν μας είναι το δεδομένον δια την έναρξιν της θεραπείας. Όμως το βάπτισμα του Πνεύματος δεν είναι ανεξάλειπτον. Δια τούτο υπάρχει η ειδική τελετή μετανοίας και αναμυρώσεως των μετανοούντων δια προτέραν απάρνησιν της πίστεώς των. Το δε μυστήριον της εξομολογήσεως έχει προφανώς την ρίζαν του εις την καθοδήγησιν των ιδιωτών να φθάσουν από την κάθαρσιν της καρδίας εις τον φωτισμόν αυτής. Είτε ανταποκρίνεται κανείς είτε όχι, το Άγιον Πνεύμα "εντυγχάνει" εν τη καρδία κάθε ανθρώπου. Με άλλα λόγια η αγάπη του Θεού καλεί εξ ίσου τον καθένα, αλλά όλοι δεν ανταποκρίνονται.

Οι μη ανταποκρινόμενοι θα έπρεπε να μη φαντάζωνται τον εαυτόν των ναούς του Αγίου Πνεύματος και μέλη του σώματος του Χριστού και να γίνωνται, ως εκ τούτου, εμπόδιον των άλλων εις αυτήν την ανταπόκρισιν. Οι εις κατάστασιν φωτισμού συμπροσεύχονται εις τας λειτουργίας των ως ναοί του Αγίου Πνεύματος και μέλη του σώματος του Χριστού δια τα μη μέλη, ώστε να γίνουν μέλη ή να ξαναγίνουν μέλη, εφ' όσον τούτο δεν τους το εγγυήθη το βάπτισμα του ύδατος εις άφεσιν αμαρτιών. Δια τούτο ο Χρυσόστομος προειδοποιεί, "Μη τοίνυν θαρρώμεν, ότι γεγόναμεν άπαξ του σώματος."

 

14) Το χάρισμα της διερμηνείας

Εις κάποιον σημείον της ιστορίας της μεταποστολικής Εκκλησίας το χάρισμα της συγχρόνου μεταφοράς των προσευχών και ψαλμών από την καρδίαν εις την διάνοιαν δια την μεγαλόφωνον απαγγελίαν αυτών προς όφελος των ιδιωτών αντικατεστάθη με γραπτά αναγιγνωσκόμενα κείμενα με καθορισμένα σημεία εις τα οποία οι ιδιώται (λαϊκοί) απαντούσαν με το "αμήν," "Κύριε ελέησον," κ.τ.λ. Επίσης η προσευχή της καρδίας συντομεύθη εις μικράν φράσιν (π.χ. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν) ή εις ρητόν Ψαλμού (παράδοσις της Αιγύπτου την οποίαν μετέφερε εις την Δύσιν ο Άγιος Ιωάννης ο Κασσιανός). Κατά τα άλλα τα χαρίσματα της 1 Κορ. 12:28 παρέμειναν τα ίδια.

Ο Ρωμαίος ιστορικός των Φράγκων Γρηγόριος Επίσκοπος Τουρώνης περιγράφει τα φαινόμενα και του φωτισμού και του δοξασμού. Αλλά μη γνωρίζων τί είναι, τα περιγράφει ωσάν θαύματα και με τρόπον συγκεχυμένον. Οι Φράγκοι συνέχισαν την σύγχυσιν ταύτην και τελικά εταύτισαν τον φωτισμόν και τον δοξασμόν με τον Νεο-Πλατωνικόν μυστικισμόν του Αυγουστίνου, τον οποίον ορθώς απέριψαν ορισμένοι Διαμαρτυρόμενοι, αφού δια τους Πατέρας αποτελεί φαινόμενον δαιμονικόν.

 

15) Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν

"Ώστε ός αν εσθίη τον άρτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και του αίματος του Κυρίου. δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω, ο γαρ εσθίων και πίνων κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει μη διακρίνων το σώμα. δια τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται ικανοί" (1 Κορ. 11:28-30). Με άλλα λόγια πρέπει κανείς να δοκιμάση τον εαυτόν του αν είναι στην κατάστασιν φωτισμού, και επομένως μέλος του σώματος του Χριστού και ναός του Αγίου Πνεύματος, με τουλάχιστον τα "γένη γλωσσών," δηλαδή την νοεράν προσευχήν. Άλλως εσθίει τον άρτον και πίνει το ποτήριον του Κυρίου αναξίως (Κορ. 11:27). Εν τοιαύτη περιπτώσει ευρίσκεται μεταξύ ή των "ασθενών" ή των "αρρώστων" ή των πνευματικώς "κοιμωμένων (νεκρών)" (1 Κορ. 11:30), δηλαδή μη μετέχων εις την πρώτην ανάστασιν του έσω ανθρώπου. Ο τοιούτος μετέχει εις την Θείαν Ευχαριστίαν ουχί αξίως, αλλά εις κατάκριμα. Δεν πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί το δείπνον της αγάπης (πού τότε συνόδευε κάθε ευχαριστιακήν σύναξιν) ως ευκαιρίαν να τρώη και να πίνη. Τούτο κάμνει κανείς στο σπίτι του (1 Κορ. 11:21-22,34). "ει δε εαυτούς διεκρίνομεν (δηλαδή δια της νοεράς προσευχής), ουκ εκρινόμεθα, κρινόμενοι δε υπό του Κυρίου παιδευόμεθα, ίνα μη σύν τω κόσμω κατακριθώμεν" (1 Κορ. 11:31-32). Εις τον φωτισμόν και εις τον δοξασμόν κρινόμενοι οι φωτισθέντες και οι θεωθέντες εκπαιδεύονται εντός του πνεύματός των από τον ίδιον τον Χριστόν. Την θεραπείαν αυτήν περιγράφει εν συνεχεία ο Απόστολος Παύλος στην 1 Κορ. 12-15:11 όπως είδαμεν.

16) Η διατύπωσις των δογμάτων

Ο μόνος σκοπός της διατυπώσεως των δογμάτων από Οικουμενικάς και Τοπικάς Συνόδους ήτο και είναι η διαφύλαξις των πιστών εντός της θεραπευτικής αυτής αγωγής της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας και του δοξασμού/θεώσεως και από κομπογιαννίτες μη ορθοδόξους και τυπικά ορθοδόξους ιατρούς. Τούτο επειδή "πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού..." (Ρωμ. 3:23). Αι διατυπώσεις των δογμάτων ουδεμίαν σχέσιν έχουν με θεολογικόν ή φιλοσοφικόν στοχασμόν επάνω στα μυστήρια της Αγίας Τριάδος, της ενσαρκώσεως του Λόγου και της θεώσεως. Η αρρώστεια του ανθρώπου συνίσταται εις τον σκοτασμόν του πνευματός εις την καρδίαν που αρχίζει να θεραπεύεται με την αδιάλειπτον προσευχήν, και όχι με στοχασμούς θεολογικο-φιλοσοφικούς. Τούτο διότι ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ του ακτίστου Θεού και των κτισμάτων Του και "Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον." Δια τούτο οι περί Θεού και ενσαρκώσεως στοχασμοί του Αυγουστίνου και των Φραγκο-Λατίνων και διαρμαρτυρομένων οπαδών του και όπως και οι στοχασμοί ορισμένων τυπικά ορθοδόξων "θεολόγων", γενόμενοι βάσει της analogia entis και της analogia fidei, είναι παντελώς ξένοι προς την Βιβιλικήν και Πατερικήν παράδοσιν. Σήμερον θεωρούνται μάλιστα ως γνώρισμα νοητικώς καθυστερουμένων τινων θρησκολήπτων.

Ο μόνος σκοπός των ορθοδόξων δογμάτων είναι η διαφύλαξις της οδού της εν Χριστώ θεραπείας μέσω της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας και της θεώσεως των πιστών.

 

III. Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ

Το συνοδικόν σύστημα προήλθεν 1) εκ της ομάδος των προφητών εις κάθε Εκκλησίαν, και 2) εκ των αποστόλων ως των εποπτών των υπ' αυτών ιδρυομένων Εκκλησιών.

Οι επίσκοποι και πρεσβύτεροι των αποστολικών εκκλησιών προήρχοντο από τους προφήτας και διδασκάλους. Η γενική υπό των αποστόλων επίβλεψις επί τοπικών ομάδων εκκλησιών συνεχίσθη, μετά τον θάνατόν των, από την συλλογικήν επίβλεψιν αυτών υπό των εκπροσωπούντων τους ενοριακούς των φωτισμένους και θεουμένους επισκόπων συγκροτημένων εις συνόδους. Ακριβώς υπό την ιδιότητα αυτήν οι συνοδικοί επίσκοποι είναι κατά κυριολεξίαν, οι διάδοχοι των αποστόλων.

Εις κάποιον σημείον, εκκλησίαι, όπως εκείνη της Λαοδικείας (Αποκ. 3:14-22), ηυξήθησαν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε έγιναν δεκταί ως ημιφυσιολογικαί, όσον έμειναν υπό εποπτίαν. Φαίνεται ότι εξ αιτίας μιάς τοιαύτης συγκυρίας, αρχίζουν να εμφανίζωνται Εκκλησίαι, όπου προΐστανται πρεσβύτεροι αντί επισκόπων, διότι δεν υπήρχον αρκετοί θεούμενοι, δια τον βαθμόν του επισκόπου.

Ότι οι επίσκοποι πρέπει να εκλέγωνται εκ των θεουμένων, έμεινε βασική προϋπόθεσις της Ορθοδόξου Παραδόσεως, ιδιαιτέρως υποστηριζομένη υπό του Αγίου Διονυσίου του Αρειοπαγίτου, μέχρι τον 19ον αιώνα. Με την πάροδον του χρόνου οι θεούμενοι αποσυνδέθησαν από τον ενοριακόν κλήρον και ήρχισαν να εμφανίζωνται εις το επίκεντρον των αναχωρητών και μοναχών, οι οποίοι γίνονται εν συνεχεία τα φυτώρια δια την προετοιμασίαν υποψηφίων Ιεραρχών και κυρίως προέδρων συνόδων. Η κυρία ευθύνη των επισκοπικών συνόδων ήτο η προαγωγή της θεραπείας της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας και της θεώσεως καθώς και η πλήρης υποστήριξις όλων των προγραμμάτων εφαρμογής των αποτελεσμάτων της εν λόγω θεραπείας δια την εξύψωσιν του συνόλου της κοινωνίας. Πάντα ταύτα προϋπέθετον την χειροτονίαν γνησίων ιατρών και την απόρριψιν των κομπογιαννιτών, των οποίων οι αφηρημένοι στοχασμοί ή απεμάκρυνον απ' αυτήν την θεραπείαν και τελείωσιν ή έφθανον μέχρι πρό της θεραπείας και εβούλιαζον εν συνεχεία εις το τέλμα της ηθικολογίας.

Ακριβώς λόγω της ταυτότητος θεραπείας και τελειώσεως εις όλους τους φωτισμένους και θεουμένους, δεν κατενόησαν ποτέ οι Ορθόδοξοι την δογματικήν αυθεντίαν ως επιβαλλομένην άνωθεν, αλλ' ως υπάρχουσαν εις τους φωτισμένους και θεουμένους έσωθεν. Επειδή δε η κοινή αυτή εμπειρία καταξιώνει την πραγματικότητα, ότι "Θεόν φράσαι μεν αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον," δεν ήτο δυνατόν οι δοξασμένοι να διαφωνήσουν μεταξύ των εις την χρήσιν διαφορετικών όρων, αρκεί να οδηγούν εις τον φωτισμόν και δοξασμόν. Το σχίσμα μεταξύ των Ορθοδόξων και των Ανατολικών Ορθοδόξων είναι ένα παράδειγμα αποδοχής διαφορετικών τρόπων διατυπώσεως από την μίαν πλευράν και ενός μόνον τρόπου διατυπώσεως από την άλλην.

 

1) Σύνοδοι και Ορθόδοξος πολιτισμός

Η δύναμις του φωτισμού και της θεώσεως όχι μόνον υπέμεινε και εβάστασε τους διωγμούς, αλλά και κατέκτησε την Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν και έγινε η καρδία του Ελληνικού της Πολιτισμού. Μη οικείοι με την πραγματικότητα αυτήν ιστορικοί, δεν έχουν κανένα τρόπον, να κατανοήσουν την έκτασιν της μεταμορφώσεως που υπέστη το Ρωμαϊκόν κράτος από την θεραπείαν του φωτισμού και της θεώσεως. Το κριτήριον με το οποίον η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έκαμε την Ορθόδοξον πίστιν και πράξιν και το συνοδικόν της σύστημα μέρος της νομοθεσίας και της διοικήσεώς της δεν διέφερε πολύ από την σημερινήν νομικήν υποστήριξιν της γνησίας ιατρικής και της προστασίας των πολιτών από κομπογιαννίτας. Θρησκείαι και δόγματα, που απομακρύνουν από τον φωτισμόν και την θέωσιν , δεν εθεωρούντο μόνον επικίνδυνα δια την σωτηρίαν, αλλά και ως μη συντελεστικά εις την παραγωγήν πολιτών, που θα ηδύναντο να συντελέσουν εις την θεραπείαν και μεταμόρφωσιν της κοινωνίας.

Η συμβολή των φωτισμένων και δοξασμένων εις τον Ελληνικόν Πολιτισμόν, τόσον εις το Ανατολικόν όσον και εις το Δυτικόν τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ήτο πολύ μεγαλυτέρα, από όσον δύνανται οι μη γνώσται της Ορθοδοξίας ιστορικοί να φαντασθούν, έστω και αν πολλαί εκ των αυτοκρατορικών προσδοκιών απεδείχθησαν ουτοπικαί.

Ο ισχυρισμός, ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ο Ελληνικός της Πολιτισμός αντικατεστάθησαν από κάποιαν "Βυζαντινήν" αυτοκρατορίαν και κάποιον "Βυζαντινόν" πολιτισμόν, είναι καθαρά καρικατούρα. Ο φωτισμός και ο δοξασμός είχον γίνει η καρδία και ο πυρήν τόσον του Ανατολικού όσον και του Δυτικού μέρους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτή η παράδοσις της θεραπείας και της τελειώσεως δεν ενδιέφερε τους Τεύτονας κατακτητάς των Δυτικών Ρωμαίων. Αλλ' οι Ανατολικοί Ρωμαίοι διετήρησαν και συνέχισαν την παράδοσιν αυτήν, η οποία δεν είναι "Βυζαντινή" αλλά Αποστολική.

 

2) Φραγκο-Λατινικός πολιτισμός

Οι Μεροβίγγιοι ρήγες των Φράγκων εσφετερίσθησαν πρώτον το δικαίωμα αρνησικυρίας εις τας εκλογάς των επισκόπων. Κατόπιν εσφετερίσθησαν το δικαίωμα διορισμού των επισκόπων. Εν συνεχεία ανεκάλυψαν την οικονομικήν ωφέλειαν εκ της πωλήσεως των θέσεων των επισκόπων δια της πλειοδοσίας. Εις αυτό το σημείον οι Ρωμαίοι επίσκοποι της Φραγκίας έχασαν την επαφήν των με τον φωτισμόν και τον δοξασμόν, που επεβίωσαν ανάμεσα εις τον μοναχισμόν, κλήρον και λαόν, όπως φαίνεται σαφώς εις τους βίους των αγίων. Εν συνεχεία ηυξήθη ο αριθμός των Φράγκων επισκόπων μέχρις ότου οι Καρολίγγειοι Φράγκοι εξεδίωξαν τους εναπομείναντας Ρωμαίους επισκόπους και επέβαλον τους εαυτούς των ως επισκόπους εις την Εκκλησίαν, με ιδιαιτέραν φροντίδα αστυνομεύσεως των Ρωμαίων, που είχον μεταβληθεί εις τα διάφορα είδη της δουλοπαροικίας. Ούτως αι Φραγκο-Λατινικαί βασιλείαι και ευγένειαι έκαμον την αποστολικήν διαδοχήν ιδιοκτησίαν της φυλής των. Η απείθεια των δούλων και δουλοπαροίκων εις αυτήν την αποστολικήν διαδοχήν διορθώνετο από τον επισκοπικόν στρατόν.

Ούτε μία εκ των δογματικών πρωτοβουλιών των Φράγκων κατά τον 8ον και 9ον αιώνα υπήρξε το αποτέλεσμα αναζητήσεως πληροφοριών και επεξηγήσεων από τους Ρωμαίους, των οποίων τας δογματικάς διατυπώσεις διέστρεφον. Οι Φράγκοι δεν ήσαν εις θέσιν να κάμουν διάλογον, απλώς διότι ήσαν αμαθείς βάρβαροι, με μίαν απίστευτον αυτοπεποίθησιν, ότι είναι η εκλεκτή φυλή του Θεού και ότι ο Αυγουστίνος είναι ο καλύτερος οδηγός εις όλα τα ουσιώδη ζητήματα της πίστεως. Δυστυχώς ο επίσκοπος Ιππώνος δεν είχε κατανοήσει τον βιβλικόν φωτισμόν και δοξασμόν.

Μερικούς αιώνας αργότερον ήρχισαν οι Φράγκοι να πληροφορούνται δια τους Πατέρας και τας Ρωμαϊκάς Οικουμενικάς Συνόδους. Αλλ' απλώς υπέταξαν και αυτάς εις την ιδικήν των παράδοσιν και ανέδειξαν τον Αυγουστίνον εις το κατ' εξοχήν κλειδί της ερμηνείας των. Έτσι, οι Φράγκοι ουδέποτε είδον, και οι Λατίνοι ακόμη δεν βλέπουν, την κάθαρσιν και τον φωτισμόν της καρδίας και τον δοξασμόν ούτε εις την Π. ούτε εις την Κ. Διαθήκην, ούτε εις τους Πατέρας. Ουδέποτε είδον, και ούτε ακόμη βλέπουν, την ανάγκην θεραπείας της αναζητούσης την ευδαιμονίαν νόσου και της μεταμορφώσεως της ιδιοτελούς αγάπης εις αγάπην, ήτις "ου ζητεί τα εαυτής." Συνεχίζουν να πιστεύουν, ότι η θέα του θεού είναι ο παράδεισος και η ευδαιμονία, και ότι η έλλειψις της θέας του Θεού είναι η κόλασις. Δηλαδή απορρίπτουν το θεμέλιον της διδασκαλίας της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, ότι όλοι οι άνθρωποι θα είδουν την δόξαν του Θεού εν Χριστώ, αλλ' όλοι δεν θα μετάσχουν.

 

3) Δυτικός πολιτισμός

Τμήματα της Μεταρρυθμίσεως ήλθον εις σαφεστέραν ρήξιν με τον Φραγκο-Λατινικόν Χριστιανισμόν από άλλα τμήματα και επανήλθον, μέχρις ορισμένου σημείου, εις την δικαίωσιν δια της πίστεως εκείνης, ήτις είναι χάρισμα του Αγίου Πνεύματος εν τη καρδία. Η πρόσφατος συμφωνία μεταξύ Λουθηρανών και Ορθοδόξων περί του Κανόνος της Αγίας Γραφής και της Θεοπνευστίας συμπεριλαμβάνει την από κοινού αποδοχήν της αληθείας, ότι η δικαίωσις (φωτισμός) ολοκληρώνεται εις αυτήν την ζωήν με τον δοξασμόν. Τούτο θα πρέπει να αποδειχθή ουσιαστικόν βήμα προς την ορθήν κατεύθυνσιν, όχι μόνον δια την ένωσιν των Εκκλησιών, αλλά, επίσης, δια την εξύψωσιν του εν εξελίξει ακόμη ευρισκομένου Δυτικού Πολιτισμού.

 

IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Ο Φραγκο-Λατινικός και ο Δυτικός Πολιτισμός και το Ισλάμ είναι κυριαρχημένα από την νόσον της θρησκείας και της αναζητούσης την ευδαιμονίαν ιδιοτελείας. Αυτή ακριβώς η αρρώστια ευρίσκεται εις το θεμέλιον όλων των προσωπικών και κοινωνικών νοσημάτων. Παραμένουσα πάντα ανεξέλεγκτος, οδηγεί αυτομάτως εις συγκρούσεις συμφερόντων εις όλα τα επίπεδα της κοινωνίας και εις την ιδιοτελή εκμετάλλευσιν των ανθρώπων και του περιβάλλοντος υπό των συνανθρώπων των. Η σύγχρονος τεχνολογία και επιστήμη υπετάγησαν εις την εξυπηρέτησιν της αρρωστείας αυτής, ως εκφράζεται εις την καταναλωτικήν οικονομίαν, η οποία διαβρώνει τας κοινωνικάς δομάς και ωθεί εις την εκμετάλλευσιν των φυσικών πόρων πέραν των υποφερτών ορίων.

Η ανθρωπότης κατώρθωσε να επιβιώση των αναριθμήτων καταστροφών του περελθόντος, αι οποίαι προεκλήθησαν από αυτήν την νόσον. Όμως η γενεά μας έχει την "τιμήν" να ζή εις εκείνην την φάσιν της ανθρωπίνης ιστορίας, η οποία, δια πρώτην φοράν, μαρτυρεί περί της "ικανότητος" της ανθρωπότητος να αυτο-καταστραφή πλήρως, είτε από πυρηνικόν συμβάν ή από μόλυνσιν και διατάραξιν της οικολογικής ισορροπίας. Ίσως η μεγαλυτέρα απειλή δια την ασφάλειαν του πλανήτη μας προέρχεται από αποκαλυπτικούς ονειροπώλους θρησκευομένους.

Η ωμή ιδιοτέλεια δια την επιβίωσιν του κόσμου και δια την ευημερίαν της κοινωνίας δύναται τελικώς να εξαναγκάση τους υπευθύνους να εύρουν μίαν λύσιν εις το φάσμα αυτό της πυρηνικής και της οικολογικής καταστροφής. Η μόνη λύσις φαίνεται να είναι η συλλογική αυτο-επιβολή μιάς ασκητικής εγκρατείας.

Το ότι, 1) ο πόθος δια την ευδαιμονίαν είναι "η" αρρώστια της ανθρωπότητος, την οποίαν προωθούν σχεδόν όλες οι θρησκείες, και το ότι, 2) η θεραπεία της "είναι" η κάθαρσις και ο φωτισμός της καρδίας και ο δοξασμός, είναι δύο αλήθειαι της αποκαλύψεως που θά' καμε καλά ο κόσμος να μη αγνοεί.

Αυταί αι αλήθειαι τυγχάνουν να είναι τα κλειδιά της μετ' αλλήλων ενώσεως εν τη ακτίστω δόξη της Αγίας Τριάδος δια την οποίαν προσεύχεται ο Χριστός (Ιω. 17) δια να πιστεύση ο κόσμος.

 

V. ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ

Η περί ανθρώπου αντίληψις του Ελληνικού Πολιτισμού δεν είχε τον τρόπον εκφράσεως δια την κυκλικήν κίνησιν του πνεύματος προσευχόμενον εν τη καρδία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Δια τούτο οι Πατέρες επήραν τους όρους "νούς," "λόγος" και "διάνοια" και εταύτισαν τον "νούν" με το "πνεύμα" προσευχόμενον εν τη καρδία. Έτσι έχομεν την διάκρισιν μεταξύ α) "τής λογικής λατρείας" την οποίαν τελεί "τό βασίλειον ιεράτευμα," εις την οποίαν μετέχουν οι ιδιώτες (λαϊκοί) με το "αμήν" τους, και β) "τής νοεράς λατρείας" εν τη καρδία των φωτισμένων και γ) "τού δοξασμού (θεώσεως)" όπου τα νήπια του φωτισμού γίνονται άνδρες και επιστρέφουν εις την κατάστασιν του φωτισμού προφήτες. Μέσα εις τα πλαίσια αυτά ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός παραπονούμενος γράφει (εις το έργον περί μετανοίας και εξομολογήσεως) ότι υπάρχουν επίσκοποι στην εποχήν του που εις την εποχήν των αποστόλων θα έλεγαν μόνον "αμήν" εις την Εκκλησίαν.

Σημειωτέον ότι καθ' όλην την διάρκειαν του φωτισμού της καρδίας, δηλαδή της νοεράς ευχής, ο εγκέφαλος συνεχίζει να επικοινωνεί φυσιολογικώς με το περιβάλλον και να δουλεύη κανονικά. Το ίδιον συμβαίνει και εις την κατάστασιν του έσωθεν υπό του Χριστού δοξασμένου όταν συνηθίση να βλέπη τα πάντα εν τη ακτίστω δόξη Αυτού και γενόμενος από νήπιος ανήρ επιστρέφει εις την κατάστασιν του φωτισμού της νοεράς προσευχής.

Με άλλα λόγια τα τέκνα του Νεο-Πλατωνικού μυστικισμού του Αυγουστίνου, και των Φραγκο-Λατίνων και τινών δήθεν ορθοδόξων, που επιδιώκουν την έκστασιν του νοός και της ψυχής εκτός του σώματός των, αναζητώντες ενόρασιν των ανυπάρκτων αΰλων εν τω νοΐ του Θεού αρχετύπων, ασχολούνται με "δαιμόνων εύρημα." Αυτήν την αίρεσιν του Βαρλαάμ κατεδίκασε η Θ Οικουμενική Σύνοδος το 1341 χωρίς δυστυχώς να καταλάβη ότι είναι του Αυγουστίνου και της παραδόσεως των Καρλοβιγκίων Φράγκων που άρχισε τα τέλη του 8ου αιώνος. Οι προηγούμενοι Μεροβίγκιοι Φράγκοι ήσαν Ορδόδοξοι και είχαν καταδικάσει την περί χάριτος και αμαρτίας διδασκαλίαν του Αυγουστίνου.

Μέχρι τον 12ον αιώνα οι Καρλοβίγκοι Φράγκοι εγνώριζαν μόνον τα έργα του Αυγουστίνου εξολοκλήρου. Είχαν αποκτήσει τον 8ον αιώνα τα έργα του Διονυσίου Αρειοπαγίτη τα οποία μετέφρασε ο Ιωάννης Σκώτος Ερουέγια. Έγραψε ο ίδιος πολλά έργα ιδικά του τα οποία χρήζουν μελέτης από Ορθοδόξους. Οι Φράγκοι όμως υποδούλωσαν τελικά τον Αρειοπαγίτην εις τον Νεο-Πλατωνικόν μυστικισμόν του Αυγουστίνου. Τον 12ον αιώνα απέκτησαν λατινικήν μετράφασιν του έργου "Ακριβής Έκθεσις της Ορθοδόξου Πίστεως" του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού και υποδούλωσαν και αυτόν εις τον Αυγουστίνον. Εν τω μεταξύ είχαν αρχίσει να συλλέγουν επί το πλείστον μόνον προτάσεις (Sententiae) άλλων Λατινοφώνων Πατέρων που μάζευαν από κανονικάς συλλογάς και ερμηνευτικά σχόλια Πατέρων της Αγίας Γραφής. Βάσει αυτών των προτάσεων άρχισαν με τον Πέτρον Λομβαρδόν (πέθανε 1160) να γράφουν στοχαστικήν, μάλιστα, συστηματικήν θεολογίαν. Δηλαδή έμαθαν να θεολογούν βάσει κειμένων εκτός της συναφείας των.

Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς συνοψίζει την πατερικήν παράδοσιν κατά του μυστικισμού ως εξής "Το δ' έξω τον νούν, ου του σωματικού φρονήματος αλλ' αυτού του σώματος ποιείν, ως εκεί νοεροίς θεάμασιν εντύχοι, της ελληνικής εστι πλάνης αυτό το κράτιστον και πάσης κακοδοξίας ρίζα και πηγή, δαιμόνων εύρημα και παίδευμα γεννητικόν ανοίας και γέννημα της απονοίας." (Λόγος Υπέρ Των Ιερώς Ησυχαζόντων, Ι,β,4.)

Αναπόσπαστον μέρος της εν λόγω θεραπείας είναι ότι ο ανήρ τέλειος έχει γίνει γνώστης και των νοημάτων του "σατανά" αφού "ου γαρ αυτού τα νοήματα αγνοούμεν" (Β Κορ. 2,11). Το αήττητον όπλον κατά του διαβόλου είναι η θεραπεία του βραχυκλώματος μεταξύ της νοεράς ενεργείας της καρδίας και της λογικής του εγκεφάλου. Η θεραπεία συνίσταται εις τον περιορισμόν όλων των νοημάτων, είτε καλών ή κακών, εις τον εγκέφαλον που επιτυγχάνεται μόνον όταν η νοερά ενέργεια της καρδίας επανέρχεται εις την φυσιολογικήν της κυκλικήν κίνησιν μέσω της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής. Αφελείς είναι οι υποστηρίζοντες το δυνατόν να αποβάλλη κανείς τα κακά νοήματα και να κρατήση μόνον καλά νοήματα εις τον εγκέφαλον. Πρέπει κανείς να γνωρίζη ακριβώς τα νοήματα του διαβόλου δια να τον νικήση. Τούτο επιτυγχάνεται μέσω της κυκλικής κινήσεως του νοός εν τη καρδία. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς συνοψίζει την πατερικήν παράδοσιν ως εξής: "Ου γαρ δή λέληθεν αυτούς, ότι ουχ ως η όψις τάλλα μεν ορά των ορατών, εαυτήν δε ουχ ορά, ούτω και ο νούς, αλλ' ενεργεί μεν και τάλλα, ών αν δέοιτο περισκοπών, ό φησι κατ' ευθείαν κίνησιν του νού Διονύσιος ο μέγας, εις εαυτόν δ' επάνεισι και ενεργεί καθ' εαυτόν, όταν εαυτόν ο νούς ορά. Τούτο δ' αύθις 'κυκλικήν' είναι κίνησιν ο αυτός φησιν. Αύτη δ' η του νού εστιν ενέργεια κρείττων και ιδιαιτάτη, δι' ής και υπέρ εαυτών γινόμενος έσθ' ότε τω Θεώ συγγίνεται. "Νούς γάρ", φησί, "μή σκεδαννύμενος επί τα έξω", -οράς ότι έξεισι; Εξιών ούν, επανόδου δείται' διό φησιν- "επάνεισι προς εαυτόν, δι' εαυτού δε προς τον Θεόν" ως δι' απλανούς αναβαίνει της οδού. Την τοιαύτην γαρ κίνησιν του νού και ο των νοερών απλανής επόπτης εκείνος Διονύσιος αδύνατον είναι πλάνη τινί περιπεσείν." (Υπέρ των Ιερώς Ησυχαζόντων, Ι,β,5.) Η άκτιστος πανταχού παρούσα δόξα του θεού είναι ήδη μέσα εις το κάθε πλάσμα και επομένως εις την καρδίαν του κάθε ανθρώπου μαζί με την δημιουργικήν, συνεκτικήν, προνοητικήν και ακόμη την καθαρκτικήν ενέργειαν Του. Το να ψάχνη κανείς τον Θεόν εις κάποιο υπερπέραν είναι σκέτη ανοησία. Με άλλα λόγια ο Διονύσιος δεν έχει καμμίαν σχέσιν, ούτε με τον Νεο-Πλατωνισμόν και ούτε με τους Φραγκο-Λατίνους, που φαντάζονται ότι τον ακολουθούν.

Ο λόγος που δεν υπάρχει στοχαστική θεολογία εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν είναι το γεγονός ότι η νόσος της θρησκείας είναι νευρο-βιολογική και η θεραπεία της δεδομένη. "Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι τον Θεόν όψωνται."

 

********************************************

 

Ôü êëåéäq äé? ôZí êáôáíüçóéí ô\ò ìåôáâïë\ò ô\ò ’Ïñèïäüîïõ Êáèïëéê\ò Ðáñáäüóåùò Aðü ðáñáíüìïõ åsò íüìéìïí èñçóêåßáí êáq êáôüðéí åsò Tðßóçìïí ’Åêêëçóßáí, Vãêåéôáé åsò ôü ãåãïíüò, …ôé _ ÑùìáúêZ Á‰ôïêñáôïñßá äéåðßóôùóå, …ôé äSí åy÷å AðÝíáíôß ôçò Bðë™ò ìßáí Tðq ðëÝïí ìïñöZí èñçóêåßáò b öéëïóïößáò, Aëë? ìßáí êáë™ò ñãáíùìÝíçí ‘Åôáéñßáí Íåõñïëïãéê™í Êëéíéê™í, át ‚ðïráé TèåñÜðåõïí ôZí íüóïí ô\ò èñçóêåßáò êáq ôZí Aíáæçôïˆóáí ôZí å‰äáéìïíßáí AóèÝíåéáí ô\ò Aíèñùðüôçôïò êáq Vôóé ðáñ\ãïí öõóéïëïãéêï‡ò ðïëßôáò ìS Aíéäéïôåë\ AãÜðçí, AöéåñùìÝíïõò åsò ôZí ñéæéêZí èåñáðåßáí ô™í ðñïóùðéê™í ôïõò êáq ô™í êïéíùíéê™í íïóçìÜôùí. ‘Ç ó÷Ýóéò ðï‡ Aíåðôý÷èç ìåôáî‡ ’Åêêëçóßáò êáq Ðïëéôåßáò, eôï Aêñéâ™ò Aíôßóôïé÷ïò ðñüò ôZí ó÷Ýóéí ìåôáî‡ ÊñÜôïõò êáq óõã÷ñüíïõ ’Éáôñéê\ò.


ÌÝèïäïò

‘Ç ìÝèïäïò åsò ôü Šðüâáèñïí ô\ò TêèÝóåùò á‰ô\ò åyíáé BðëÞ. Ït óõããñáöårò ô\ò Êáéí\ò ÄéáèÞêçò êáq ït ÐáôÝñåò Tðéóçìáßíïõí Tíôüò ô\ò tóôïñßáò ôZí säéêÞí ôùí Tìðåéñßáí ô\ò êáèÜñóåùò êáq ôïˆ öùôéóìïˆ ô\ò êáñäßáò êáq ôïˆ äïîáóìïˆ (ô\ò èåþóåùò), ôZí ‚ðïßáí ôáõôßæïõí ìS Têåßíçí ô™í ðñïöçô™í …ëùí ô™í ásþíùí, Añ÷ßæïíôåò ôï‰ëÜ÷éóôïí Aðü ôïˆ ’ÁâñáÜì. Á‰ôü Aíôéóôïé÷år ìS ôZí TðáíÜëçøéí ô\ò èåñáðåßáò åsò ôZí sáôñéêZí TðéóôÞìçí, ô\ò ‚ðïßáò _ ìÝèïäïò ìåôáäßäåôáé Aðü sáôñïˆ åsò sáôñüí. ’Áëë’ åsò á‰ôZí ôZí ðåñßðôùóéí ‚ ×ñéóôüò, ‚ Êýñéïò ô\ò Äüîçò êáq ÌåãÜëçò Âïõë\ò ²Áããåëïò, åyíáé ‚ sáôñüò ‚ ‚ðïrïò ðñïóùðéê™ò èåñáðåýåé êáq “ôåëåéïr” ôï‡ò sáôñïýò Ôïõ, ôüóïí åsò ôZí Ðáëáé?í …óïí åsò ôZí ÊáéíZí ÄéáèÞêçí. Á‰ôZ _ tóôïñéêZ ðáñÜäïóéò êáq äéáäï÷Z èåñáðåßáò êáq ôåëåéþóåùò “Tí ô¨ Êõñߤ ô\ò Äüîçò” ðñqí êáq ìåô? ôZí TíóÜñêùóßí Ôïõ, óõíéóô@ ôZí êáñäßáí êáq ôüí ðõñ\íá ô\ò Âéâëéê\ò êáq ô\ò Ðáôåñéê\ò Ðáñáäüóåùò.


Äéáéñïˆìåí ôZí Vêèåóßí ìáò åsò ô? Aêüëïõèá: 1) ‘Ç íüóïò ô\ò èñçóêåßáò. 2) Át Óýíïäïé ›ò ‘Åôáéñåráé Íåõñïëïãéê™í Êëéíéê™í. 3) Óýíïäïé êáq Ðïëéôéóìïß. 4) ÓõìðåñÜóìáôá. 5) ’Åðßìåôñïí.


1) Ç ÍÏÓÏÓ ÔÇÓ ÈÑÇÓÊÅÉÁÓ.


Ït ðáôñéÜñ÷áé êáq ït ðñïö\ôáé ô\ò Ðáëáé@ò ÄéáèÞêçò, ït Aðüóôïëïé êáq ït ðñïö\ôáé ô\ò Êáéí\ò ÄéáèÞêçò êáq ït äéÜäï÷ïß ôùí ãíùñßæïõí êáë™ò ôZí íüóïí ô\ò èñçóêåßáò êáq ôüí ‘Éáôñüí ðï‡ ôZí èåñáðåýåé, äçëáäZ ôüí Êýñéïí (‘Éá÷âÝ) ô\ò Äüîçò. Á‰ôüò åyíáé ‚ ‘Éáôñüò ô™í øõ÷™í êáq ô™í óùìÜôùí _ì™í. ’ÅèåñÜðåõå ôZí íüóïí á‰ôZí óôï‡ò ößëïõò êáq ðéóôïýò Ôïõ ðñü ô\ò Tíóáñêþóåþò Ôïõ êáq óõíå÷ßæåé êáq ›ò ÈåÜíèñùðïò í? ôZí èåñáðåýåé.


‘Ç Tí ëü㤠íüóïò óõíßóôáôáé åsò ôü …ôé ŠðÜñ÷åé âñá÷õêýêëùìá ìåôáî‡ ôïˆ ðíåýìáôïò Tí ôj êáñäßI ôïˆ Aíèñþðïõ (äçëáäZ ô\ò êáô? ôï‡ò ðáôÝñáò íïåñ@ò Tíåñãåßáò) êáq ôïˆ TãêåöÜëïõ. Åsò ôZí öõóéïëïãéêÞí ôçò êáôÜóôáóéí _ íïåñ? TíÝñãåéá êéíårôáé êõêëéê™ò ›ó?í óôñüöáëïò ðñïóåõ÷ïìÝíç Tíôüò ô\ò êáñäßáò. Åsò ôZí íïóïˆóáí êáôÜóôáóßí ôçò _ íïåñ? TíÝñãåéá äSí óôñïöáëßæåôáé êõêëéê™ò. ’Áëë? îåäéðëùìÝíç êáq ñéæùìÝíç åsò ôZí êáñäßáí êïëÜåé óôüí TãêÝöáëïí êáq äçìéïõñãår âñá÷õêýêëùìá ìåôáî‡ TãêåöÜëïõ êáq êáñäßáò. ²Åôóé ô? íïÞìáôá ôïˆ TãêåöÜëïõ, ðï‡ åyíáé …ëá Aðü ôü ðåñéâÜëëïí, ãßíïíôáé íïÞìáôá ô\ò íïåñ@ò Tíåñãåßáò ñéæùìÝíç ðÜíôá óôZí êáñäßáí. ²Åôóé ‚ ðáè™í ãßíåôáé äïˆëïò ôïˆ ðåñéâÜëëïíôüò ôïõ. ‘Ùò Tê ôïýôïõ óõã÷Ýåé ‚ñéóìÝíá ðñïåñ÷üìåíá Tê ôïˆ ðåñéâÜëëïíôüò ôïõ íïÞìáôá ìS ôüí èåüí b ôï‡ò èåïýò ôïõ.


ÌS ôüí …ñïí Èñçóêåßá Tííïïˆìåí êÜèå “ôáýôéóéí” ôïˆ Aêôßóôïõ ìS ôü êôéóôüí êáq ìÜëéóôá êÜèå “ôáýôéóéí ðáñáóôÜóåùí” ôïˆ Aêôßóôïõ ìS íïÞìáôá êáq ñÞìáôá ô\ò Aíèñùðßíçò óêÝøåùò, ðï‡ åyíáé ôü èåìÝëéïí ô\ò ëáôñåßáò ô™í åsäþëùí. Ô? íïÞìáôá êáq ñÞìáôá á‰ô? äýíáôáé í? åyíáé Bðë™ò íïÞìáôá êáq ñÞìáôá b êáq ðáñáóôÜóåéò êáq ìS AãÜëìáôá êáq åsêüíáò Tíôüò êáq Têôüò íïìéæïìÝíïõ èåïðíåýóôïõ êåéìÝíïõ. ÌS Cëëá ëüãéá êáq _ ôáýôéóéò ô™í ðåñq Èåïˆ íïçìÜôùí êáq ñçìÜôùí ô\ò ‘Áãßáò Ãñáö\ò ìS ôü Cêôéóôïí Aí\êåé êáq á‰ôZ åsò ôüí êüóìïí ô\ò åsäùëïëáôñåßáò êáq åyíáé ôü èåìÝëéïí …ëùí ô™í ìÝ÷ñé ôïˆäå átñÝóåùí.


Åsò ôZí èåñáðåõôéêZí ðáñÜäïóéí ô\ò Ð. êáq ô\ò Ê. ÄéáèÞêçò ÷ñçóéìïðïéïˆíôáé êáôÜëëçëá íïÞìáôá êáq ñÞìáôá ›ò ìÝóá êáô? ôZí äéÜñêåéáí ô\ò êáèÜñóåùò êáq ôïˆ öùôéóìïˆ ô\ò êáñäßáò êáq ô? ‚ðïrá êáôáñãïˆíôáé êáô? ôZí äéÜñêåéáí ôïˆ äïîáóìïˆ …ôáí Aðïêáëýðôåôáé Tí ô¨ óþìáôé ôïˆ ×ñéóôïˆ _ ðëçñïˆóá ô? êôéóô? ðÜíôá Aðåñßãñáðôïò, AêáôÜëçðôïò êáq Cêôéóôïò äüîá ôïˆ Èåïˆ. Ìåô? ôüí äïîáóìüí ô? íïÞìáôá êáq ô? ñÞìáôá ô\ò íïåñ@ò Tí ôj êáñäßI ðñïóåõ÷\ò TðáíÝñ÷ïíôáé. ’Áðü ôüí äïîáóìüí ôïõ ‚ ðáè™í äéáðéóôþíåé …ôé ï‰äåìßá ‚ìïéüôçò ŠðÜñ÷åé ìåôáî‡ êôéóôïˆ êáq Aêôßóôïõ êáq …ôé Èåüí öñ@óáé Aäýíáôïí êáq íï\óáé Aäõíáôþôåñïí.


Ôü èåìÝëéïí ô™í átñÝóåùí ôïˆ Âáôéêáíïˆ êáq ô™í ÄéáìáñôõñïìÝíùí åyíáé ôü ãåãïíüò …ôé Aêïëïõèïˆí ôüí Á‰ãïõóôríïí ‚ ‚ðïrïò TîÝëáâå ôZí Tí ëü㤠Aðïêáëõöèåróáí äüîáí ôïˆ Èåïˆ åsò ôZí Ð. êáq ôZí Ê. ÄéáèÞêçí ›ò “êôéóôÞí,” ãåíïìÝìçí êáq AðïãåíïìÝíçí ìÜëéóôá. ²Ï÷é ìüíïí ôïˆôï, Aëë? êáq ôü ÷åéñüôåñïí, TîÝëáâå ìåôáî‡ Cëëùí êáq ôüí ÌåãÜëçò Âïõë\ò ²Áããåëïí êáq ôZí Äüîáí Ôïõ ›ò ãéíüìåíá êáq Aðïãéíüìåíá êôßóìáôá ô? ‚ðïrá ‚ Èåüò öÝñíåé Tê ôïˆ ìçäåíüò åsò ôZí ðáñîéí äé? í? ‚ñáèïˆí êáq í? Aêïõóèïˆí êáq ô? ‚ðïrá TðéóôñÝöåé ðÜëéí åsò ôZí Aíõðáñîßáí ìåô? ôZí ôÝëåóéí ô\ò Aðïóôïë\ò ôùí. ÌÜëéóôá ô?ò Aíïçóßáò á‰ô?ò Aíáðôýóåé ðáñáäåßãìáôïò ÷Üñéí åsò ôü âéâëßïí ôïõ De Trinitate (Âéâëßá  êáß Ã).


’Áëë? äé? í? V÷åé êáíåqò ñèZí êáôåýèõíóéí åsò ôZí èåñáðåßáí ô\ò íïåñ@ò Tíåñãåßáò ðñÝðåé í? V÷åé ‚äçãüí ôZí ðårñáí èåïõìÝíïõ …óôéò ìáñôõñår ðåñq ‚ñéóìÝíùí AîéùìÜôùí: …ôé ìåôáî‡ á) ôïˆ Aêôßóôïõ Èåïˆ êáq ô™í Aêôßóôùí Tíåñãåé™í Ôïõ êáq â) ô™í êôéóìÜôùí Ôïõ ï‰äåìßá ‚ìïéüôçò ŠðÜñ÷åé êáq …ôé “Èåüí öñ@óáé Aäýíáôïí, íï\óáé äS Aäõíáôþôåñïí.” (´Áãéïò Ãñçãüñéïò ‚ Èåïëüãïò.) Ìüíïí âÜóåé á‰ô™í ô™í AîéùìÜôùí äýíáôáé êáíåqò í? Aðïöýãåé ôü êáôÜíôçìá í? AðïêôÞóg ‚äçãüí ôüí äéÜâïëïí ìÝó¤ ä\èåí èåïëüãùí ðï‡ óôï÷Üæïíôáé ðåñq Èåïˆ êáq ô™í èåßùí.


Åsò ôZí öõóéêZí êáôÜóôáóßí ôçò _ íïåñ? TíÝñãåéá ñõèìßæåé ô? ðÜèç, äçëáäZ ô\ò ðåßíáò, ô\ò äßøáò, ôïˆ ðíïõ, ôïˆ Tíóôßêôïõ ô\ò á‰ôïóõíôçñÞóåùò (äçëáäZ ôïˆ öüâïõ èáíÜôïõ) žóôå í? åyíáé AäéÜâëçôá. Åsò íïóïˆóáí êáôÜóôáóéí ô? ðÜèç ãßíïíôáé äéáâëçôÜ. Á‰ôÜ, Tí óõíäõáóì¨ ìS ôZí AäÝóðïôïí ðëÝïí öáíôáóßáí, äçìéïõñãïˆí ìáãéê?ò èñçóêåßáò äé? ôZí ÷áëéíáãþãéóéí ô™í óôïé÷åßùí ô\ò öýóåùò a êáq ô\ò TðéðëÝïí óùôçñßáò ô\ò øõ÷\ò Tê ô\ò ëçò åsò êáôÜóôáóéí å‰äáéìïíßáò a êáq ô\ò å‰äáéìïíßáò ìS ó™ìá êáq øõ÷Þ.


‘Ç ðßóôéò, êáô? ôZí ‘Áãßáí ÃñáöÞí, åyíáé _ óõíåñãáóßá ìS ôü ´Áãéïí Ðíåˆìá, ôü ‘Ïðïrïí TãêáéíéÜæåé ôZí èåñáðåßáí ô\ò íüóïõ ô\ò säéïôåëïˆò AãÜðçò åsò ôZí êáñäßáí êáq ôZí ìåôáâÜëëåé åsò AãÜðçí, _ ‚ðïßá “ï‰ æçôår ô? Uáõô\ò.” ‘Ç èåñáðåßá á‰ôZ êïñõöþíåôáé ìS ôüí äïîáóìüí (ôZí èÝùóéí) êáq óõíéóô@ ôZí ðåìðôïõóßáí ô\ò ’Ïñèïäüîïõ Êáèïëéê\ò ’Åêêëçóßáò, _ ‚ðïßá AíôéêáôÝóôçóå äé’ á‰ô\ò ôZí åsäùëïëáôñåßáí ›ò ôüí ðõñ\íá ôïˆ ‘Åëëçíéêïˆ Ðïëéôéóìïˆ ô\ò Ñùìáúê\ò Á‰ôïêñáôïñßáò.


’Ïöåßëïìåí í? V÷ùìåí óáö\ åsêüíá ô™í ðëáéóßùí Tíôüò ô™í ‚ðïßùí êáq _ ’Åêêëçóßá êáq ôü ÊñÜôïò åyäïí ôZí óõìâïëZí ô™í èåïõìÝíùí åsò ôZí èåñáðåßáí ô\ò íüóïõ ô\ò èñçóêåßáò ðï‡ äéáóôñÝöåé ôZí Aíèñùðßíçí ðñïóùðéêüôçôá äé? ìÝóïõ ô\ò AíáæçôÞóåùò ô\ò å‰äáéìïíßáò Tíôåˆèåí êáq ðÝñáí ôïˆ ôÜöïõ äé? í? êáôáíïÞóùìåí ôüí ëüãïí, äé? ôüí ‚ðïrïí _ ÑùìáúêZ Á‰ôïêñáôïñßá TíåóùìÜôùóå ôZí ’Ïñèüäïîïí ’Åêêëçóßáí åsò ôü äéïéêçôéêüí ôçò äßêáéïí. Ï‹ôå _ ’Åêêëçóßá, ï‹ôå ôü ÊñÜôïò åyäïí ôZí AðïóôïëZí ô\ò ’Åêêëçóßáò ›ò Bðë\í Cöåóéí Bìáñôé™í ô™í ðéóô™í äé? ôZí ìåô? èÜíáôïí åuóïäüí ôùí åsò ôüí ðáñÜäåéóïí. Ôïˆôï è? sóïäõíÜìg ìS sáôñéêZí óõã÷þñçóéí ô™í íüóùí ô™í Aóèåí™í äé? ôZí ìåô? èÜíáôïí èåñáðåßáí ôùí. Êáq _ ’Åêêëçóßá êáq ôü ÊñÜôïò Tãíþñéæïí êáë™ò …ôé _ Cöåóéò Bìáñôé™í eôï ìüíïí _ Añ÷Z ô\ò èåñáðåßáò ô\ò Aíáæçôïýóçò ôZí å‰äáéìïíßáí íüóïõ ô\ò Aíèñùðüôçôïò. ‘Ç èåñáðåßá á‰ôZ añ÷éæåí ìS ôZí êÜèáñóéí ô\ò êáñäßáò, Vöèáíåí åsò ôZí AðïêáôÜóôáóéí ô\ò êáñäßáò åsò ôZí öõóéêÞí ôçò êáôÜóôáóéí ôïˆ öùôéóìïˆ êáq Tôåëåéïðïéårôï ‚ …ëïò Cíèñùðïò åsò ôZí ‰ðSñ öýóéí êáôAóôáóéí ôïˆ äïîáóìïˆ, äçëáäZ ô\ò èåþóåùò. Ôü AðïôÝëåóìá ô\ò èåñáðåßáò êáq ô\ò ôåëåéþóåùò ôáýôçò äSí eôï ìüíïí _ êáôÜëëçëïò ðñïåôïéìáóßá äé? ôZí ìåô? ôüí óùìáôéêüí èÜíáôïí æùÞí, Aëë? êáq _ ìåôáìüñöùóéò ô\ò êïéíùíßáò Tä™ êáq ôþñá Aðü óõãêñïôÞìáôá Tãùúóôéê™í êáq Tãùêåíôñéê™í Aôüìùí åsò êïéíùíßáí Aíèñþðùí ìS Aíéäéïôåë\ AãÜðçí, “côéò ï‰ æçôår ô? Uáõô\ò.”

 


2) ÁÉ ÓÕÍÏÄÏÉ ÙÓ ÅÔÁÉÑÅÉÁÉ ÍÅÕÑÏËÏÃÉÊÙÍ ÊËÉÍÉÊÙÍ


á) ÐáñÜäåéóïò êáq Êüëáóéò


´Åêáóôïò è? uäç ôZí Tí ×ñéóô¨ äüîáí ôïˆ Èåïˆ êáq è? öèÜóg åsò ôüí âáèìüí Têåríïí ô\ò ôåëåéþóåùò ôüí ‚ðïrïí V÷åé TðéëÝîåé êáq äé? ôüí ‚ðïrïí V÷åé Tñãáóè\. ’Áêïëïõè™íôåò ôüí ’Áð. Ðáˆëïí, ôüí ʼnáããåëéóôZí ’ÉùÜííçí êáq ôZí säéêÞí ôùí ðårñáí ït ÐáôÝñåò Šðïóôçñßæïõí, …ôé è? óùèïˆí Têåríïé ðï‡ âëÝðïõí ôüí AíáóôÜíôá ×ñéóôüí Tí äüîg åsò á‰ôZí ôZí æùÞí, åuôå “äé’ Tóüðôñïõ Tí ásíßãìáôé” ìÝó¤ ô™í Aäéáëåßðôùí Tí ôj êáñäßI ðñïóåõ÷™í êáq øáëì™í, åuôå “ðñüóùðïí ðñüò ðñüóùðïí” ìÝó¤ ôïˆ äïîáóìïˆ. ’Åêåríïé ðï‡ äSí Ôüí âëÝðïõí ïôùò åsò ôZí æùZí ôáýôçí, è? säïˆí ôZí äüîáí Ôïõ ›ò ásþíéïí êáq êáôáíáëßóêïí ðˆñ êáq óêüôïò Tîþôåñïí åsò ôZí Cëëçí æùÞí. ‘Ç Cêôéóôïò äüîá, ôZí ‚ðïßáí V÷åé ‚ ×ñéóôüò êáô? öýóéí Aðü ôüí ÐáôÝñá, åyíáé ðáñÜäåéóïò äé’ Têåßíïõò, ô™í ‚ðïßùí _ TãùêåíôñéêZ êáq säéïôåëZò AãÜðç V÷åé èåñáðåõè\ êáq ìåôáìïñöùè\ åsò Aíéäéïôåë\ AãÜðçí. ´Ïìùò _ säßá äüîá åyíáé ôü Cêôéóôïí ðˆñ ôü ásþíéïí êáq _ êüëáóéò äé’ Têåßíïõò ðï‡ TðÝëåîáí í? ìåßíïõí AèåñÜðåõôïé ìÝóá åsò ôZí säéïôÝëåéÜí ôùí.


ÄSí åyíáé Tí ðñïêåéìÝí¤ óáöårò ìüíïí _ ÃñáöZ êáq ït ÐáôÝñåò, Aëë? êáq át ’Ïñèüäïîïé åsêüíåò ô\ò Êñßóåùò. Ôü uäéïí ôü TêðçãÜæïí Tê ôïˆ ×ñéóôïˆ ÷ñõóüí ö™ò ô\ò äüîçò, ìÝóá åsò ôü ‚ðïrïí ðåñéêëåßïíôáé ït ößëïé Ôïõ, ãßíåôáé êüêêéíïí êáè™ò êõë@ ðñüò ô? êÜôù, äé? í’ AãêáëéÜóg, á‰ôZ _ säßá èåßá AãÜðç, ôï‡ò “êáôçñáìÝíïõò,” ðï‡ ôZí âëÝðïõí ›ò äýíáìéí êïëáóôéêÞí. Á‰ôZ åyíáé _ äüîá êáq _ AãÜðç ôïˆ ×ñéóôïˆ, ðï‡ êáèáñßæåé ô? BìáñôÞìáôá …ëùí, Aëë? äïîÜæåé ôï‡ò ìSí êáq êïëÜæåé ôï‡ò äÝ. ´Ïëïé è? ‚äçãçèïˆí Šðü ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò “åsò ð@óáí ôZí AëÞèåéáí,” äçëáäZ è? uäïõí ôüí ×ñéóôüí ìåô? ô™í ößëùí Ôïõ Tí äüîg, Aëë? …ëïé äSí è? äïîáóèïˆí. “ÏŽò Täéêáßùóåí, ôïýôïõò êáq Täüîáóåí,” êáô? ôüí ’Áð. Ðáˆëïí. ‘Ç ðáñáâïëZ ðåñq ôïˆ ðôù÷ïˆ ËáæÜñïõ åsò ôï‡ò êüëðïõò ôïˆ ’Áâñá?ì êáq ôïˆ ðëïõóßïõ åsò ôüí ôüðïí ô™í âáóÜíùí åyíáé óáöÞò. ‘Ï ðëïýóéïò âëÝðåé, Aëë? äSí ìåôÝ÷åé (Ëïõê. 16:19-31).


‘Ç ’Åêêëçóßá äSí óôÝëíåé êáíÝíá åsò ôüí ðáñÜäåéóïí b åsò ôZí êüëáóéí, Aëë? ðñïåôïéìÜæåé ôï‡ò ðéóôï‡ò äé? ôZí èÝáí ôïˆ ×ñéóôïˆ Tí äüîg ôZí ‚ðïßáí è? V÷ïõí …ëïé ït Cíèñùðïé. ‘Ï Èåüò Aãáð@ ôüí êïëáóìÝíïí ôüóïí, …óïí êáq ôï‡ò Bãßïõò. ÈÝëåé ôZí èåñáðåßáí …ëùí, Aëë? …ëïé äSí äÝ÷ïíôáé ôZí èåñáðåßáí, ðï‡ Á‰ôüò ðñïóöÝñåé. Á‰ôü óçìáßíåé, …ôé _ Cöåóéò Bìáñôé™í äSí åyíáé AñêåôZ ðñïåôïéìáóßá äé? í? uäg êáíåqò ôüí ×ñéóôüí Tí äüîg êáq í? äïîáóèj.


Åyíáé öáíåñüí …ôé _ Öñáãêï-ËáôéíéêZ ÐáñÜäïóéò êáô? ôZí ‚ðïßáí ït óåóùæìÝíïé åyíáé Têåríïé åsò ôï‡ò ‚ðïßïõò ‚ ×ñéóôüò ä\èåí êáôÞëáîå ôüí ÐáôÝñá ôïõ äSí V÷åé èÝóéí åsò ôZí ’Ïñèüäïîïí ÐáñÜäïóéí. ‘Åñìçíåýùí ôü 2 Êïñ. 5:19, ð.÷., ‚ ´Áãéïò ’ÉùÜííçò ×ñõóüóôïìïò ëÝãåé, “ÊáôáëëÜãçôå ô¨ èå¨. Êáq ï‰ê åyðåÿ êáôáëÜîáôå Uáõôïrò ôüí Èåüí, ï‰ ã?ñ Têåríüò Tóôéí ‚ T÷èñáßíùí, Aëë’ _ìåròÿ Èåüò ã?ñ ï‰äÝðïôå T÷èñáßíåé.” ’Åíôüò ô™í ›ò Cíù ðëáéóßùí êáôåíüçóå ôü Ñùìáúêüí ÊñÜôïò ôZí Tí ô¨ êüóì¤ ôïýô¤ èåñáðåõôéêZí êáq ôåëåéùôéêZí AðïóôïëZí ô\ò ’Åêêëçóßáò äé? ôü ãåíéêüí ƒöåëïò ô\ò êïéíùíßáò. ²Áëëùò äSí äéáöÝñïõí êáô’ ï‰óßáí ìåôáîý ôùí át èñçóêåráé, ðï‡ Šðüó÷ïíôáé ôZí ìåô? èÜíáôïí têáíïðïßçóéí, Aíôq ô\ò Tí ô¨ êüóì¤ ôï‰ô¤ èåñáðåßáò ô\ò íüóïõ ô\ò Tðéèõìßáò äé’ å‰äáéìïíßáí.


â) ‘Ç ä\èåí ðñïóðÜèåéá AðïìõèïðïéÞóåùò ô\ò ‘Áãßáò Ãñáö\ò


Ôü ä\èåí á‰ôü ðñüâëçìá Aðáó÷ïëår ôï‡ò ÐñïôåóôÜíôáò êáq Ðáðéêïýò, Aëë? êáq öùôéóìÝíïõò Að’ á‰ôï‡ò ’Ïñèïäüîïõò ä\èåí åsäéêï‡ò ô\ò Uñìçíåßáò ô\ò Âßâëïõ. ÌÜëéóôá ôåíôþíïõí Šøçë? ôZí ìýôéí Cìá ô¨ Aêïýóìáôé ðåñq ðáôåñéê\ò Uñìçíåßáò. ÐñïÝñ÷åôáé ôü ä\èåí ðñüâëçìá Aðü ôüí Íåï-Ðëáôùíéêüí Á‰ãïõóôríïí êáq ôï‡ò Aêïëïõèïˆíôåò á‰ôüí, êõñßùò Aðü ôï‡ò Êáñëïâéãêßïõò ÖñÜãêïõò. ‘Ï Tðßóêïðïò ‘Éðð™íïò TîÝâáëå ôZí Cêôéóôïí êáq ðáíôá÷ïˆ ðáñïˆóáí äüîáí ôïˆ Èåïˆ šò ãéíüìåíïí êáq Aðïãéíüìåíïí êôßóìá. ÄSí Tãíþñéæå …ôé ôZí âëÝðåé êáíåqò ìÝóïõ ô\ò êáôáóôÜóåùò äïîáóìïˆ. ‘Ùò Tê ôïýôïõ ðáñáäÝ÷åôï ôZí äéáßñåóéí ôïˆ óýìðáíôïò ôñéïñüöùò ìS ôüí ðáñÜäåéóïí óôüí ï‰ñáíüí, ôZí êüëáóéí Šðü ôZí ã\í êáq ôZí TðéöÜíåéáí ô\ò ã\ò šò ôüðïí äïêéìáóßáò.


ã) Ôü Aíïéêôüí ðáñÜèõñïí ôïˆ Ðáýëïõ ðñüò ôZí ’Åêêëçóßáí[2]


Ô? êåöÜëáéá 12 Xùò 15 ô\ò Á’ ðñüò Êïñéíèßïõò åyíáé ìïíáäéêüí ðáñÜèõñïí, ìÝó¤ ôïˆ ‚ðïßïõ äýíáôáé êáíåqò í? èåùñÞóg ôZí ðñáãìáôéêüôçôá ô\ò ’Åêêëçóßáò ›ò óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ. Ït ìåôÝ÷ïíôåò åsò ôZí ’Åêêëçóßáí TíôÜóóïíôáé åsò äýï ‚ìÜäáò ›ò ðñüò ôüí âáèìüí ô\ò èåñáðåßáò êáq ô\ò ôåëåéþóåùò: ôï‡ò öùôéóìÝíïõò êáq ôï‡ò äïîáóìÝíïõò. Ô? ìÝëç ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ AíáãñÜöïíôáé óáö™ò åsò ôZí Á’ Êïñ. 12:28.[3]


’Áñ÷ßæåé êáíåßò ìÝ ôü íÜ ãßíg säéþôçò[4] …óôéò ëÝãåé “AìÞí” êáô? ôZí ëïãéêZí ëáôñåßáí Tí Aíôéâïëj ðñüò ôZí íïåñ?í Tí ôj êáñäßI ãåíïìÝíçí ëáôñåßáí. Åsò á‰ôü ôü óôÜäéïí Aó÷ïëårôáé ‚ säéþôçò ìS ôZí ìåôÜâáóßí ôïõ Aðü ôZí êÜèáñóéí ô\ò êáñäßáò åsò ôüí öùôéóìüí á‰ô\ò Šðü ôZí êáèïäÞãçóéí Têåßíùí ðï‡ åyíáé íáïq ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò êáq ìÝëç ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ êáq Aðïôåëïˆí ôü “âáóßëåéïí tåñÜôåõìá.”


Ït âáèìßäåò ôïˆ öùôéóìïˆ Añ÷ßæïõí ìS ô? “ãÝíç ãëùóó™í,” ôü êáôþôåñïí ô™í ÷áñéóìÜôùí, åsò ôZí 8çí èÝóéí êáq öèÜíïõí ìÝ÷ñé ôü ÷Üñéóìá ôïˆ “äéäáóêÜëïõ” åsò ôZí 3çí èÝóéí.


’Åðq êåöáë\ò ô\ò ôïðéê\ò ’Åêêëçóßáò åyíáé ït “ðñïö\ôáé,” (åsò ôZí 2áí èÝóéí), ït ‚ðïrïé Vëáâïí ôZí säßáí AðïêÜëõøéí ìS ôï‡ò Aðïóôüëïõò (’Åö. 3:5) åsò ôZí 1çí èÝóéí êáq ìáæq ìS á‰ôï‡ò Aðïôåëïˆí “ôü èåìÝëéïí” ô\ò ’Åêêëçóßáò (’Åö. 2:20). Ït Aðüóôïëïé êáq ðñïö\ôáé åyíáé ôü èåìÝëéïí ô\ò ’Åêêëçóßáò êáô? ðáñüìïéïí ôñüðïí ðï‡ ït sáôñïq åyíáé ôü èåìÝëéïí ô™í íïóïêïìåßùí.


Ô? “ãÝíç ãëùóó™í” åyíáé ôü èåìÝëéïí, TðÜíù åsò ôü ‚ðïrïí ïsêïäïìïˆíôáé …ëá ô? Cëëá ÷áñßóìáôá, ðï‡ AíáóôÝëëïíôáé ðñïóùñéí™ò ìüíïí êáô? ôZí äéÜñêåéáí ôïˆ äïîáóìïˆ (Á’ Êïñ. 13:8). ‘Ùò Aðüóôïëïò ‚ Ðáˆëïò êáôáôÜóóåé ôüí Uáõôüí ôïõ åsò ôZí êïñõöZí ôïˆ êáôáëüãïõ ô™í ìåë™í, ðï‡ “Vèåôï ‚ Èåüò Tí ôj ’ÅêêëçóßI”. ´Ïìùò äéáôçñår Aêüìç “ô? ãÝíç ãëùóó™í,” äçëáäZ ôü êáôþôåñïí ô™í ÷áñéóìÜôùí. ÃñÜöåé: “ʼn÷áñéóô™ ô¨ Èå¨, ðÜíôùí Šì™í ì@ëëïí ãëþóóáéò ëáë™ÿ” (Á’ Êïñ. 14:18). Á‰ôü óçìáßíåé, …ôé ô? “ãÝíç ãëùóó™í” AíÞêïõí åsò …ëá ô? Tðßðåäá ô™í ÷áñéóìÜôùí Tíôüò ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ. ÌS ôü “ìZ ðÜíôåò ãëþóóáéò ëáëïˆóé;” ‚ Ðáˆëïò Tííïår ôï‡ò “säéþôáò,” ït ‚ðïrïé äSí Añéèìïˆíôáé ìåôáî‡ ô™í íá™í ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò êáq ìåë™í ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ (1 Êïñ. 12:28).


‘Ï öùôéóìüò êáq ‚ äïîáóìüò ô™í ìåë™í ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ äSí åyíáé âáèìïq á‰èåíôßáò ðñïåñ÷üìåíïé Aðü Aíèñùðßíçí Šðüäåéîéí b TêëïãÞí. Åyíáé Tê Èåïˆ ÷áñßóìáôá ðñüò Têåßíïõò ðï‡ óõíåéñãÜóèçóáí ìS öùôéóìÝíïõò êáq èåïõìÝíïõò, äé? í? ôï‡ò äéáäå÷èïˆí ›ò èåñáðåõìÝíïé êáq ôåëåéïðïéçìÝíïé wíá äéáôçñÞóïõí ïôù ôZí AðïóôïëéêZí á‰ôZí ðáñÜäïóéí êáq äéáäï÷Zí Aðü ãåíå?í åsò ãåíåÜí. Ôü …ôé ‚ Ðáˆëïò êáëår ô? ìÝëç ô™í êáôùôÝñùí âáèìßäùí èåñáðåßáò êáq ôåëåéüôçôïò í? AíáæçôÞóïõí ô? êñåßôôïíá ÷áñßóìáôá óçìáßíåé óáö™ò, …ôé …ëïé öåßëïõí êáq äýíáíôáé í? ãßíïõí ðñïö\ôáé, äçëáäZ í? öèÜóïõí åsò ôüí äïîáóìüí. “ÈÝëù äS ðÜíôáò Šì@ò ëáëårí ãëþóóáéò, ì@ëëïí äS wíá ðñïöçôåýçôå” (Á’ Êïñ. 14:5).


ä) ÍåõñïëïãéêZ ÊëéíéêZ


‘Ç ’Åêêëçóßá åsò ôZí ðåñéãñáöZí ôïˆ Ðáýëïõ ‚ìïéÜæåé ìS øõ÷éáôñéêZí êëéíéêÞí. ‘Ç Aíôßëçøßò ôïõ …ìùò äé? ôZí íüóïí ô\ò Aíèñùðßíçò ðñïóùðéêüôçôïò åyíáé ðïë‡ ðéü äéïñáôéêZ Að’ …,ôé åyíáé óÞìåñïí ãíùóôüí åsò ôZí óýã÷ñïíïí sáôñéêÞí. Äé? í? êáôáíïÞóùìåí á‰ôZí ôZí ðñáãìáôéêüôçôá, ðñÝðåé í? uäùìåí ìÝó¤ ôïˆ Ðáýëïõ ôZí ÂéâëéêZí êáôáíüçóéí ô\ò öõóéïëïãéê\ò êáq ô\ò ìZ öõóéïëïãéê\ò êáôáóôÜóåùò ôïˆ Aíèñþðïõ.


‘Ï íïó™í Cíèñùðïò Aðïêáèßóôáôáé åsò ôZí öõóéïëïãéêÞí ôïõ êáôÜóôáóéí, …ôáí ‚äçã\ôáé “åsò ð@óáí ôZí AëÞèåéáí” Šðü ôïˆ Ðíåýìáôïò ô\ò ’Áëçèåßáò, äçëáäZ åsò ôZí èÝáí ôïˆ ×ñéóôïˆ Tí ôj äüîg ôïˆ Ðáôñüò Ôïõ (’Éùáí. 17). Ït Cíèñùðïé ðï‡ äSí âëÝðïõí ôZí äüîáí ôïˆ Èåïˆ äSí åyíáé öõóéïëïãéêïß. “ÐÜíôåò cìáñôïí êáq Šóôåñïˆíôáé ô\ò äüîçò ôïˆ Èå (Ñùì. 3:23). ÌS Cëëá ëüãéá ‚ ìüíïò Cíèñùðïò, ðï‡ TãåííÞèç åsò ôZí öõóéïëïãéêÞí Ôïõ êáôÜóôáóéí åyíáé ‚ Êýñéïò ô\ò äüîçò ‚ ‘Ïðïrïò ãåííçèåqò óáñêq Tê ô\ò Èåïôüêïõ AíÝëáâå Uêïõóßùò ô? AäéÜâëçôá ðÜèç (ô.V. ðåríáí, äßøáí, êüðùóéí, ðíïí, öèïñÜí, èÜíáôïí, öüâïí èáíÜôïõ), ðáñ’ …ôé ›ò êáô? öýóéí ðçãZ ô\ò Aêôßóôïõ “äüîçò,” êáôáñãår ôáˆôá. ‘Ç Cëëç ƒøéò ôïˆ Tí ëü㤠èÝìáôïò åyíáé, …ôé ‚ Èåüò äSí Aðïêáëýðôåé ôZí äüîáí Ôïõ åsò ôüí êáèÝíá, äéüôé äSí èÝëåé í? êïëÜóg ôï‡ò ìZ êáôáëëÞëùò ðñïçôïéìáóìÝíïõò ìS Aíéäéïôåë\ AãÜðçí. ‘Ç Vêðëçîéò ô™í ðñïöçô™í ô\ò Ð. Ä., …ôé ^äýíáíôï í? æïˆí Aêüìç, ðáñ’ …ôé åyäïí ôüí èåüí, êáq _ ðáñÜêëçóéò ôïˆ ëáïˆ ðñüò ôüí Ìùûó\ í? æçôÞóg Aðü ôüí Èåüí í? óôáìáôÞóg í? äåß÷íg ôZí äüîáí Ôïõ, ôZí ‚ðïßáí äSí ^äýíáíôï í? ŠðïöÝñïõí ðëÝïí, åyíáé Tí ðñïêåéìÝí¤ óáö™ò TðéâåâáéùôéêÜ.


‘Ç ’Åêêëçóßá ô™í Aðïóôüëùí êáq ô™í ðáôÝñùí äSí ^ó÷ïëårôï ìS ôüí Èåüí ìÝó¤ óôï÷áóì™í êáq AöçñçìÝíùí óêÝøåùí ðåñq Á‰ôïˆ. Êáq ôïˆôï, äéüôé ‚ Èåüò ðáñáìÝíåé ìõóôÞñéïí åsò ôZí ëïãéêZí êáq Têåßíùí Aêüìç åsò ôï‡ò ‚ðïßïõò Aðïêáëýðôåé ôZí Tí ×ñéóô¨ äüîáí êáq âáóéëåßáí Ôïõ êáq ït ‚ðïrïé ìåôÝ÷ïõí ïôùò åsò ôü ìõóôÞñéïí ôïˆ óôáõñïˆ ìÝó¤ ôïˆ äïîáóìïˆ, äçëáäZ ô\ò èåþóåþò ôùí. ‘Ç ìüíç Aðáó÷üëçóéò ô™í ðñïöçô™í, Aðïóôüëùí êáq ðáôÝñùí eôï 1) _ èåñáðåßá ô™í “säéùô™í” (ëáúê™í) ìÝó¤ ô\ò êáèÜñóåùò ô\ò êáñäßáò ôùí êáq 2) _ ìýçóßò ôùí á) åsò ôZí êáôÜóôáóéí ›ò ìåë™í ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ êáq íá™í ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò ìÝó¤ ôïˆ öùôéóìïˆ ô\ò êáñäßáò, êáq â) åsò “ôü ôÝëåéïí” (Á’ Êïñ. 13:12), äçëáäZ åsò ôZí èÝáí ôïˆ ×ñéóôïˆ Tí äüîg “ðñüóùðïí ðñüò ðñüóùðïí” (Á’ Êïñ. 13:12), ìÝó¤ ôïˆ äïîáóìïˆ (Á’ Êïñ. 12:26; Ñùì. 8:30) äé? ôZí äéáêïíßáí ô\ò Aíèñùðüôçôïò (’Éùáí. 17). Ôü “...ïŽò Täéêáßùóåí, ôïýôïõò êáq Täüîáóåí” (Ñùì. 8:30) óçìáßíåé, …ôé ‚ öùôéóìüò êáq ‚ äïîáóìüò óõíäÝïíôáé ìåôáîý ôùí åsò ôZí æùZí á‰ôÞí, Aëë? äSí ôáõôßæïíôáé.


‘Ç Aññþóôéá ô\ò Aíèñùðßíçò ðñïóùðéêüôçôïò óõíßóôáôáé åsò ôZí TîáóèÝíçóéí ô\ò êïéíùíßáò ô\ò êáñäßáò ìS ôZí äüîáí ôïˆ Èåïˆ (Ñùì. 3:23) êáq ôZí Šðïäïýëùóßí ôçò åsò ôüí êüóìïí, äé? ôïˆ êáôáêëõóìïˆ ôçò Šðü ô™í TîgñôçìÝíùí Aðü ôü ðåñéâÜëëïí ëïãéóì™í (Ñùì. 1:21-24, 2:5). Åsò á‰ôZí ôZí êáôÜóôáóéí ‚ Cíèñùðïò öáíôÜæåôáé ôüí Èåüí êáô? ôZí åsêüíá ôïˆ íïóïˆíôïò Uáõôïˆ ôïõ b Aêüìç êáq ô™í æþùí (Ñùì. 1:22). ύôùò ‚ Vóù Cíèñùðüò Šößóôáôáé ôüí ðíåõìáôéêüí èÜíáôïí, “Tö’ £ (ëü㤠ôïˆ ‚ðïßïõ) ðÜíôåò cìáñôïí” (Ñùì. 5:12)[5]. ÄçëáäZ _ AãÜðç Šðïäïõëþíåôáé åsò ôü Víóôéêôïí ô\ò á‰ôïóõíôçñÞóåùò, ôü ‚ðïrïí ôZí ðáñáìïñöþíåé êáq ôZí ìåôáìïñöþíåé åsò TãùêåíôñéêZí êáq säéïôåë\ TíÝñãåéáí, ŠðïâáèìéóìÝíçí åsò Bðë\í AíáæÞôçóéí Tðéâéþóåùò, Aóöáëåßáò êáq å‰ôõ÷ßáò.


‘Ç ðô™óéò UêÜóôïõ Aíèñþðïõ êáq _ äïõëåßá ôïõ åsò ôZí êôßóéí óõíßóôáôáé åsò ôZí óýã÷õóéí ô\ò Tíåñãåßáò ôïˆ Aíèñùðßíïõ ðíåýìáôïò[6] ìS á‰ôZí ô\ò äéáíïßáò, êáè’ dí óýã÷õóéí, ït ðñïåñ÷üìåíïé Tê ôïˆ ðåñéâÜëëïíôïò ëïãéóìïq ãßíïíôáé ëïãéóìïq ôïˆ ðíåýìáôïò, ìS AðïôÝëåóìá í? Tîáóèåíj êáô? ðïéêßëïõò âáèìï‡ò _ Tí ôj êáñäßI êïéíùíßá ìT ôZí Cêôéóôïí TíÝñãåéáí êáq âáóéëåßáí ôïˆ Èåïˆ. ‘Ç èåñáðåßá ô\ò íüóïõ ôáýôçò Añ÷ßæåé ìS ôZí êÜèáñóéí ôïˆ ðíåýìáôïò ôïõ Aðü …ëïõò ôï‡ò ëïãéóìïýò, êáëï‡ò êáq êáêïýò, êáq ôüí ðåñéïñéóìüí ôùí åsò ôZí äéÜíïéáí. Óõã÷ñüíùò ôü ðíåˆìá (äçëáäZ _ íïåñ? TíÝñãåéá) ôïˆ Aíèñþðïõ Tëåõèåñïˆôáé Aðü ôZí äéÜíïéáí êáq TðéóôñÝöåé ìS ôZí íïåñ?í å‰÷Zí åsò ôZí êáñäßáí. Åsò ôZí öõóéêÞí ôïõ êáôÜóôáóéí ôü ðíåˆìá ôïˆ Aíèñþðïõ Tíåñãår ›ó?í óôñüâéëïò Tíôüò ô\ò êáñäßáòÿ Tí™ åsò ôZí ðåðôùêåßáí ôïõ êáôÜóôáóéí å‰ñßóêåôáé äéÜ÷õôïí åsò ôüí TãêÝöáëïí ôáõôéæüìåíïí ìS ô? íïÞìáôá êáq ô? ñÞìáôÜ ôïõ êáq Šðüäïõëïò åsò á‰ôÜ.


²Åôóé Aíôq í? âáóéëåýåé ìåô? ôïˆ Èåïˆ Tðq ô\ò öýóåùò, êáèßóôáôáé äïˆëïò á‰ô\ò. Äé? í? Aðïêáôáóôáèj _ öõóéïëïãéêZ ëåéôïõñãßá ô\ò Aíèñùðßíçò ðñïóùðéêüôçôïò ìÝó¤ ô\ò ðåñéôïì\ò ôáýôçò ô\ò êáñäßáò Aðü …ëïõò ôï‡ò ëïãéóìïýò (Ñùì. 2:29), ðñÝðåé í? Tëåõèåñùèj ‚ Vóù Cíèñùðïò Aðü ôZí äïõëåßáí åsò ‚,ôéäÞðïôå Tí ó÷Ýóåé ðñüò ôü ðåñéâÜëëïí ôïõ, ë.÷. á‰ôïúêáíïðïßçóéí, ðëïˆôïí, säéïêôçóßáí, Aêüìç êáq ôï‡ò ãïíårò êáq óõããåíårò ôïõ (Ìáôè. 10:37; Ëïõê. 14:26). ‘Ï óêïðüò äSí åyíáé _ Aðüêôçóéò Óôùúê\ò Aðáèåßáò äé? ô\ò êáôáñãÞóåùò ô\ò óõìðáèåßáò, Aëë’ _ ðáñï÷Z ô\ò äõíáôüôçôïò åsò ôZí êáñäßáí í? äå÷èj ô?ò ðñïóåõ÷?ò êáq ôï‡ò øáëìïýò, ðï‡ ôü ´Áãéïí Ðíåˆìá ìåôáöÝñåé Têår Aðü ôZí äéÜíïéáí êáq Tíåñãïðïéår Aäéáëåßðôùò. ²Åôóé ‚ Tðq êåöáë\ò ôïˆ íåõñéêïˆ óõóôÞìáôïò TãêÝöáëïò Aðáó÷ïëårôáé ìS ô?ò êáèçìåñéí?ò äñáóôçñéüôçôáò êáq ôüí ðíïí, Tí¨ óõã÷ñüíùò ôü ðíåˆìá ôïˆ Aíèñþðïõ ðñïóåý÷åôáé Tí ôj êáñäßI Aäéáëåßðôùò. ÄçëáäZ ãßíåôáé ›ó?í TðéóêåõáóìÝíç äéóêÝôá Šðïëïãéóôïˆ åsò ôZí ‚ðïráí êåßìåíá ðñïóåõ÷™í ìåôáöÝñïíôáé Aðü ôüí TãêÝöáëïí êáq TðáíÝñ÷ïíôáé åsò á‰ôüí. ´Ïìùò ït ïôù ðíåýìáôé ðñïóåõ÷üìåíïé Aäéáëåßðôùò, ðñïóåý÷ïíôáé êáq ìåãáëïöþíùò ìS ôZí ëïãéêZí ðñïêåéìÝíïõ í? óõíåéóöÝñïõí åsò ôZí êáôÞ÷çóéí êáq ïsêïäïìZí ô™í säéùô™í êáq Aðßóôùí. Á‰ôü Tííïår ‚ Ðáˆëïò ìS ôü “ðñïóåýîùìáé ô¨ ðíåýìáôé, ðñïóåýîùìáé ô¨ íïÀÿ øáë™ ô¨ ðíåýìáôé, øáë™ êáq ô¨ íïÀ” (Á’ Êïñ. 14:15).


Á‰ôü åyíáé ôü ðëáßóéïí ô\ò Aíáöïñ@ò ôïˆ ’Áðïóôüëïõ Ðáýëïõ êáq ôïˆ Å‰áããåëéóôïˆ ’ÉùÜííïõ åsò ôü ÐáñÜêëçôïí Ðíåˆìá ôü ‘Ïðïrïí Tíôõã÷Üíåé ŠðSñ _ì™í Tí ôj êáñäßI. Ôü ´Áãéïí Ðíåˆìá êáè’ á‰ôü Tíôõã÷Üíåé ŠðSñ …ëùí ô™í Aíèñþðùí “óôåíáãìïrò AëáëÞôïéò” (Ñùì. 4:26). ’Áëë’ åŠñßóêåé Aíôáðüêñéóéí åsò Têåßíïõò, ðï‡ óõíåñãÜæïíôáé 1) åsò ôZí êÜèáñóéí ôïˆ ðíåýìáôüò ôùí, äçëáäZ ôïˆ “Vóù Aíèñþðïõ” b “ô\ò íïåñ@ò Tíåñãåßáò” Aðü …ëïõò ôï‡ò ëïãéóìïýò, êáëï‡ò êáq êáêïýò, 2) åsò ôüí Tðáíá÷ùñéóìüí ôïˆ ðíåýìáôïò ôïýôïõ Aðü ôZí ëïãéêZí êáq 3) åsò ôZí TðÜíïäïí ôïˆ ðíåýìáôïò åsò ôZí êáñäßáí ìáæq ìS ðñïóåõ÷?ò êáq øáëìï‡ò ô\ò äéáíïßáò. ²Åôóé _ èåñáðåßá ô\ò Aíèñùðßíçò ðñïóùðéêüôçôïò åsóÝñ÷åôáé åsò ôü óôÜäéïí ôïˆ öùôéóìïˆ. Á‰ô? ðñïûðïèÝôåé ‚ Ðáˆëïò …ôáí ãñÜöåé, “ðñïóåýîïìáé ô¨ ðíåýìáôé, ðñïóåýîïìáé äS ô¨ íïÀÿ øáë™ ô¨ ðíåýìáôé, øáë™ äS êáq ô¨ íïÀ.” (Á Êïñ. 14:15).


Ìüëéò ì@ò åyðåí ‚ Ðáˆëïò, …ôé _ ðñïóåõ÷Z ðíåýìáôé ðåñéëáìâÜíåé øáëìï‡ò ô\ò Ðáëáé@ò ÄéáèÞêçò. ’ÅðïìÝíùò äSí ‚ìéëår äé? AêáôáëÞðôïõò êáq ìåãáëïöþíïõò ðñïóåõ÷Üò, Aöïˆ ït øáëìïq eóáí ãíùóôïq åsò …ëïõò.


‘Ï Ðáˆëïò ‚ìéëår äé? ô? “ãÝíç ãëùóó™í,” ô? ‚ðïrá óõìðåñéëáìâÜíïõí ðñïóåõ÷?ò êáq øáëìï‡ò ôïˆ ðíåýìáôïò ôïˆ Aíèñþðïõ Tí ôj êáñäßI êáq ô? ‚ðïrá Aêïýïíôáé ìüíïí Aðü Têåßíïõò ðï‡ V÷ïõí ôü uäéïí ÷Üñéóìá. ´Ïóïé säé™ôáé äSí åy÷ïí Aêüìç ôü ÷Üñéóìá á‰ôü äSí ^äýíáíôï í? Aêïýóïõí ô?ò ðñïóåõ÷?ò êáq ôï‡ò øáëìï‡ò Tí ôj êáñäßI ô™í T÷üíôùí ôü ÷Üñéóìá á‰ôü ô™í “ãëùóó™í.” Êïñßíèéïé åsò ôZí êáôÜóôáóéí ôïˆ öùôéóìïˆ åy÷ïí åsóáãÜãåé ôZí êáéíïôïìßáí í? ôåëïˆí Aêïëïõèßáò íïåñ™ò Tí ôj êáñäßI ðáñüíôùí ô™í “säéùô™í,” ðï‡ äSí åy÷ïí ëÜâåé Aêüìç “ô? ãÝíç ãëùóó™í.” ²Åôóé …ìùò eôï Aäýíáôïí åsò ôï‡ò säéþôáò í? ïsêïäïìïˆíôáé êáq í? Aðáíôïˆí ìS ôü “AìÞí” ôïõò åsò ô? êáôÜëëçëá ìÝñç ô\ò Aêïëïõèßáò, äéüôé Bðë™ò äSí aêïõïí ôßðïôå.


‘Ï Ðáˆëïò äçëþíåé óáö™ò, …ôé “ï‰äåqò Aêïýåé” (Á’ Êïñ. 14:2). “’Å?í Vëèù ðñüò Šì@ò ãëþóóáéò ëáë™í, ôq Šì@ò öåëÞóù, T?í ìZ Šìrí ëáëÞóù...;” (Á’ Êïñ. 14:6-7). Ït ìZ V÷ïíôåò ôü ÷Üñéóìá ô™í ãëùóó™í ðñÝðåé í? Aêïýóïõí ôZí “äýíáìéí ô\ò öùí\ò” ô™í ðñïóåõ÷™í êáq ô™í øáëì™í äé? í? AðáíôÞóïõí ìS ôü säéêüí ôùí “AìÞí” (Á’ Êïñ. 14:11,16). “...T?í Cäçëïí óÜëðéãî öùíZí ä¨, ôqò ðáñáóêåõÜóåôáé åsò ðüëåìïí; ïôùò êáq Šìårò äé? ô\ò ãëþóóçò, T?í ìZ å‹óçìïí ëüãïí ä™ôå, ð™ò ãíùóèÞóåôáé ôü ëáëïýìåíïí; Vóåóèå ã?ñ åsò AÝñá ëáëïˆíôåò. ôïóáˆôá ås ôý÷ïé ãÝíç öùí™í åsóéí Tí êüóì¤, êáq ï‰äSí Cöùíïí.” (Á Êïñÿ 14:8-10). ÄSí ðñÝðåé ït öùôéóìÝíïé í? ðåñéïñéóèïˆí åsò ôü “ëáëårí ãëþóóáéò” ìS “Cäçëïí öùíÞí” ðáñïõóßI ô™í “säéùô™í” (Á’ Êïñ. 14:10-11). “Ó‡ ìSí ã?ñ êáë™ò å‰÷áñéóôårò, Aëë’ ‚ Xôåñïò ï‰ê ïsêïäïìårôáé” (Á’ Êïñ. 14:17).


´Ïôáí ‚ Ðáˆëïò ëÝãg “ìåßæùí ‚ ðñïöçôåýùí b ‚ ëáë™í ãëþóóáéò, Têôüò ås ìZ äéåñìçíåýåé, wíá _ ’Åêêëçóßá ïsêïäïìZí ëÜâg” (Á’ Êïñ. 14:5), Tííïår óáö™ò, …ôé Têåríïò, ‚ ‚ðïrïò ‚ìéëår ìüíïí “ãëþóóáéò,” ðñÝðåé í? AðïêôÞóg ôü ÷Üñéóìá í? “äéåñìçíåýg” ô?ò ðñïóåõ÷?ò êáq ôï‡ò øáëìï‡ò ôïˆ ðíåýìáôïò Tí ôj êáñäßI, óõã÷ñüíùò åsò ðñïóåõ÷?ò êáq øáëìï‡ò ôïˆ íïüò, äé? í? AðáããÝëùíôáé êáq ìåãáëïöþíùò ðñüò ïsêïäïìZí ô™í säéùô™í. “Äéü ‚ ëáë™í ãëþóóg ðñïóåõ÷Ýóèù, wíá äéåñìçíåýg. ’Å?í ã?ñ ðñïóåý÷ùìáé ãëþóóg, ôü ðíåˆìÜ ìïõ ðñïóåý÷åôáé, ‚ äS íïˆò ìïõ Cêáñðüò Tóôéí. Ôq ïí Tóôéí; ðñïóåýîùìáé ô¨ ðíåýìáôé, ðñïóåýîùìáé äS (óõã÷ñüíùò) êáq ô¨ íïÀÿ øáë™ ô¨ ðíåýìáôé, øáë™ äS êáq (óõã÷ñüíùò) ô¨ íïÀ. ’Åðåq T?í å‰ëïãjò Tí ðíåýìáôé, ‚ Aíáðëçñ™í ôüí ôüðïí ôïˆ säéþôïõ, ð™ò Tñår ôü AìZí Tðq ôj ój å‰÷áñéóôßI, TðåéäZ ôq ëÝãåéò ï‰ê ïyäåíÿ ó‡ ìSí êáë™ò å‰÷áñéóôårò, Aëë’ ‚ Xôåñïò ï‰ê ïsêïäïìårôáé. ʼn÷áñéóô™ ô¨ Èå¨, ðÜíôùí Šì™í ì@ëëïí ãëþóóáéò ëáë™, Aëë’ Tí TêêëçóßI èÝëù ðÝíôå ëüãïõò ô¨ íïÀ ìïõ ëáë\óáé, wíá êáq Cëëïõò êáôç÷Þóù b ìõñßïõò ëüãïõò Tí ãëþóóg” (Á’ Êïñ. 14: 13- 19).


‘Ï Ðáˆëïò ï‰äÝðïôå ëÝãåé, …ôé ‚ åzò äéåñìçíåýåé Têåríá ðï‡ Xôåñïò ëÝãåé “ãëþóóáéò.” ²Åêáóôïò äéåñìçíåýåé á‰ô? ðï‡ ‚ uäéïò ëÝãåé “ãëþóóáéò.” Ôïˆôï ðñïûðïèÝôïõí êáq ô? ëå÷èÝíôá åsò ôü Á’ Êïñ. 14:27-28: “åuôå ãëþóóg ôéò ëáëår, êáô? äýï b ôü ðëåróôïí ôñårò êáq Aí? ìÝñïò êáq åzò äéåñìçíåõÝôù. ’Å?í äS ìZ f äéåñìçíåõôÞò, óéãÜôù Tí TêêëçóßI, Uáõô¨ ëáëåßôù êáq ô¨ Èå¨.” ÄçëáäZ T?í ‚ ãëþóóg ëáë™í äSí åyíáé äéåñìçíåõôÞò, ôüôå óéùðår Tí TêêëçóßI. ´Ïìùò ëáëår Uáõô¨ êáq ô¨ Èå¨. ²Áëëáéò ëÝîåóéí ôü ëáëårí ãëþóóáéò êáè’ Uáõôü ãßíåôáé Tí ôj êáñäßI êáq ƒ÷é ìåãáëïöþíùò. ÌS ôZí TíôïëZí á‰ôZí ‚ Ðáˆëïò óôåñår ôï‡ò V÷ïíôáò ìüíïí “ô? ãÝíç ãëùóó™í” ô\ò äõíÜìåùò í? TðéâÜëëïõí ôZí Tí ëü㤠êáéíïôïìßáí ôùí ìÝó¤ ô\ò ðëåéïøçößáò ôùí.


‘Ï Ðáˆëïò ‚ìéëår óáö™ò äé? ðñïóåõ÷?ò êáq øáëìï‡ò ìZ AðáããåëïìÝíïõò ìS “ôZí äýíáìéí ô\ò öùí\ò,” Aëë’ AêïõïìÝíïõò Tíôüò ô\ò êáñäßáò. ‘Ï öùôéóìüò á‰ôüò ô\ò êáñäßáò ï‰äåôåñþíåé ôZí Šðïäïýëùóéí åsò ôü Víóôéêôïí ô\ò á‰ôïóõíôçñÞóåùò êáq Añ÷ßæåé ôZí ìåôáìüñöùóéí ô\ò säéïôåëïˆò AãÜðçò åsò Aíéäéïôåë\ AãÜðçí. Á‰ôü Aðïôåëår ôü ÷Üñéóìá ô\ò TíäéáèÝôïõ ðßóôåùò åsò ôüí Vóù Cíèñùðïí, ôü ‚ðïrïí åyíáé _ äéêáßùóéò, êáôáëëáãÞ, õtïèåóßá, åsñÞíç, Tëðqò êáq æùïðïßçóéò.


Át ðñïóåõ÷áq êáq ït øáëìïq Aäéáëåßðôùò (Â’ Èåó. 5:17) Tíåñãïýìåíïé íïåñ™ò Tí ôj êáñäßI (’Åö. 5:18-20), ô.V. “ô? ãÝíç ãëùóó™í” (Á’ Êïñ. 12:10,28), ìåôáìïñöþíïõí ôüí “säéþôçí” (ëáúêüí) åsò íáüí ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò êáq ìÝëïò ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ êáq ôïˆ âáóéëåßïõ tåñáôåýìáôïò. Á‰ôZ åyíáé _ Añ÷Z ô\ò Aðåëåõèåñþóåùò ôïˆ ðéóôïˆ Aðü ôZí äïõëåßáí åsò ôü ðåñéâÜëëïí, ƒ÷é äé? ô\ò öõã\ò Að’ á‰ôü, Aëë? äé? ôïˆ TëÝã÷ïõ Tð’ á‰ôïˆ, ƒ÷é äé? ô\ò säéïôåëïˆò Têìåôáëëåýóåùò, Aëë? äé? ô\ò Aíéäéïôåëïˆò AãÜðçò. ’Åíôüò ô™í ðëáéóßùí ôïýôùí “‚ íüìïò ôïˆ Ðíåýìáôïò ô\ò æù\ò Tí ×ñéóô¨ ’Éçóïˆ ^ëåõèÝñùóÝ ìå Aðü ôïˆ íüìïõ ô\ò Bìáñôßáò êáq ôïˆ èáíÜôïõ... Ås äÝ ôéò Ðíåˆìá ×ñéóôïˆ ï‰ê V÷åé, ïôïò ï‰ê Tóôéí á‰ôïˆ. Ås äS ×ñéóôüò Tí Šìrí, ôü ìSí ó™ìá íåêñüí äé’ Bìáñôßáí, ôü äS ðíåˆìá æùZ äé? äéêáéïóýíçí” (Ñùì. 8:2,9, 10).


Êáè’ †í ÷ñüíïí _ èåñáðåßá ôïˆ öùôéóìïˆ á‰îÜíåé ôZí ôåëåéüôçôá ô\ò AãÜðçò, êáq ìÜëéóôá ìS fôôáí ôïˆ äéáâüëïõ, ‚ öùôéóìÝíïò ëáìâÜíåé Tê ô™í AðáñéèìïõìÝíùí åsò ôü Á’ Êïñ. 12.28 AíùôÝñùí ÷áñéóìÜôùí Aíáëüãùò, ìS êïñýöùóéí ôüí äïîáóìüí. ‘Ï Ðáˆëïò äçëþíåé, …ôé “åß äïîÜæåôáé Xí ìÝëïò, óõã÷áßñåé ðÜíôá ô? ìÝëç” (Á’ Êïñ. 12:26), ìS óêïðüí í? TîçãÞóg, äéáôq ït ðñïö\ôáé åyíáé äåýôåñïé ìåô? ôï‡ò Aðïóôüëïõò êáq ðñqí Aðü …ëá ô? Cëëá ìÝëç ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ. ‘Ç Šðü ôïˆ Ðíåýìáôïò ìåôáâßâáóéò Tê ô\ò äéáíïßáò åsò ôZí êáñäßáí ðñïóåõ÷™í êáq øáëì™í åyíáé _ äéêáßùóéò êáq _ æùïðïßçóéò ôïˆ Vóù Aíèñþðïõ êáq _ èÝá ôïˆ ×ñéóôïˆ “äé’ Tóüðôñïõ Tí ásíßãìáôé” (Á’ Êïñ. 13:12). Äïîáóìüò åyíáé _ Vëåõóéò ôïˆ “ôåëåßïõ” (Á’ Êïñ. 13:10), äçëáäZ _ èÝá ôïˆ ×ñéóôïˆ Tí äüîg “ðñüóùðïí ðñüò ðñüóùðïí” (Á’ Êïñ. 13:12). ´Ïôáí ãñÜög ‚ Ðáˆëïò, “Cñôé ãéãíþóêù Tê ìÝñïõò” (á‰ôüèé), AíáöÝñåôáé åsò ôZí ôñÝ÷ïõóáí êáôÜóôáóéí ôïˆ öùôéóìïˆ ôïõ b ô\ò äéêáéþóåùò. ÌS ôZí UðïìÝíçí öñÜóéí ôïõ: “ôüôå äS Tðéãíþóïìáé, êáè˜ò êáq Tðåãíþóèçí” (á‰ôüèé), ‚ Ðáˆëïò ëÝãåé, ƒôé è? äïîáóèj, …ðùò åy÷åí aäç äïîáóèj. Åsò ôZí êáôÜóôáóéí ôïˆ öùôéóìïˆ ‚ ðéóôüò åyíáé “íÞðéïò.” ’Áöïˆ äïîáóèj, TðéóôñÝöåé åsò ôüí öùôéóìüí ›ò “AíÞñ” (Á’ Êïñ. 13:11).


Êáô? ôZí äéÜñêåéáí ôïˆ äïîáóìïˆ, ðï‡ åyíáé èÝùóéò êáq AðïêÜëõøéò, _ ðñïóåõ÷Z Tí ôj êáñäßI (“ãë™óóáé”), _ ãí™óéò êáq _ ðñïöçôåßá, ìáæq ìS ôZí ðßóôéí êáq ôZí Tëðßäá, êáôáñãïˆíôáé, Aöïˆ Aíôéêáèßóôáíôáé Aðü ôüí uäéïí ôüí ×ñéóôüí Tí ôj Aêôßóô¤ âáóéëåßI êáq äüîg ôïˆ Ðáôñüò. Ìüíïí _ AãÜðç äSí Têðßðôåé (Á’ Êïñ. 13:8-11). Êáô? ôZí äéÜñêåéáí ôïˆ äïîáóìïˆ ô? ðåñq Èåïˆ êáq ô? Tí å‰÷j ðñüò ôüí ×ñéóôüí íïÞìáôá êáq ñÞìáôá êáôáñãïˆíôáé. Ìåô? ôZí èÝùóéí êáq ìS ôZí TðéóôñïöZí åsò ôüí öùôéóìüí, TðéóôñÝöïõí ãí™óéò, ðñïöçôåßá, ãë™óóáé, ðßóôéò êáq Tëðßò êáq Tðáíåíþíïíôáé ìS ôZí AãÜðçí, _ ‚ðïßá äSí åy÷åí “TêðÝóåé.” Ô? Šðü ô™í èåïõìÝíùí ÷ñçóéìïðïéïýìåíá åsò ôZí äéäáóêáëßáí êáq ðñïóåõ÷Zí ñÞìáôá êáq íïÞìáôá äé? ôZí êáèïäÞãçóéí Cëëùí ìÝ÷ñé ôüí äïîáóìüí åyíáé èåüðíåõóôá, Aëë? ìüíïí åsò ôZí ÷ñ\óéí êáq Šðü ôZí êáèïäÞãçóéí öùôéóìÝíùí êáq èåïõìÝíùí. Ït ìZ ãíùñßæïíôåò, …ôé ‚ óêïðüò á‰ô™í ô™í ñçìÜôùí êáq íïçìÜôùí åyíáé _ êáôÜñãçóßò ôùí êáô? ôZí äéÜñêåéáí ô\ò èåþóåùò, âáäßæïõí Tðq èåìåëßùí ô\ò öáíôáóßáò ôùí.


Á‰ôZ åyíáé _ èÝá ôïˆ Tí äüîg AíáóôÜíôïò ×ñéóôïˆ, ôZí ‚ðïßáí åy÷åí ‚ Ðáˆëïò êáq äé? ô\ò ‚ðïßáò ‚ Èåüò èÝôåé åsò ôZí êåöáëÞí (Á’ Êïñ. 12:28) êáq ôü èåìÝëéïí (’Åö. 2:20) ô\ò ’Åêêëçóßáò ôï‡ò Aðïóôüëïõò êáq ðñïöÞôáò. Á‰ôü ôü “èåìÝëéïí,” ôü ‚ðïrïí ðåñéëáìâÜíåé êáq ãõíáßêáò ðñïöÞôéäáò (ÐñÜî. 2:17; 21:9; Á’ Êïñ. 11:5), Aðïôåëår ôü ðëáßóéïí ô\ò äçëþóåùò ôïˆ Ðáýëïõ, …ôé Tí ×ñéóô¨ “ï‰ê Víé Cñóåí êáq è\ëõ” (Ãáë. 3:28).


‘Ï äïîáóìüò äSí åyíáé èáˆìá. Åyíáé ôü ôåëéêüí öõóéêüí óôÜäéïí ô\ò ìåôáìïñöþóåùò ô\ò säéïôåëïˆò AãÜðçò åsò Aíéäéïôåë\ AãÜðçí êáq _ Cöéîéò ôïˆ Aíèñþðïõ åsò ôZí êáôÜóôáóéí äé? ôZí ‚ðïßáí TäçìéïõñãÞèç. Êáq ‚ Ðáˆëïò êáq ‚ ’ÉùÜííçò óáö™ò èåùñïˆí ôZí Tí ôj æùj ôáýôg èÝáí ôïˆ ×ñéóôïˆ Tí äüîg Aíáãêáßáí äé? ôZí ôåëåßùóéí ô\ò AãÜðçò êáq ô\ò äéáêïíßáò ðñüò ôZí êïéíùíßáí (’Éùáí. 14:21-24, 16:22, 17:24; Á’ Êïñ. 13:10-13; ’Åö. 3:3-6). Át Tìöáíßóåéò ôïˆ AíáóôÜíôïò ×ñéóôïˆ Tí äüîg äSí eóáí êáq äSí åyíáé èáýìáôá, äé? í? Têèáìâþóïõí ôï‡ò èåáô?ò êáq í? ôï‡ò ðåßóïõí í? ðéóôåýóïõí åsò ôZí èåüôçôÜ Ôïõ. Èáˆìá äSí eôï _ AíÜóôáóéò ôïˆ Êõñßïõ ô\ò äüîçò. Èáˆìá eôï _ óôáýñùóéò êáq ‚ èÜíáôüò Ôïõ. ‘Ï Aíáóô?ò ×ñéóôüò Tìöáíßæåôáé ìüíïí äé? ôZí ôåëåßùóéí ô\ò AãÜðçò, Aêüìç êáq åsò ôZí ðåñßðôùóéí ôïˆ Ðáýëïõ, ‚ ‚ðïrïò åy÷å öèÜóåé ôü êáôþöëé ôïˆ äïîáóìïˆ (Ãáë. 1:14 Uî.), ìZ ãíùñßæùí, …ôé ‚ Êýñéïò ô\ò äüîçò, ôüí ‚ðïrïí Tðñüêåéôï í? uäg, åy÷å ãåííçèår, óôáõñùèår êáq Aíáóôçèår. Át Tìöáíßóåéò ôïˆ AíáóôÜíôïò Êõñßïõ ô\ò äüîçò åsò ôü Á’ Êïñ. 15: 1-11 åyíáé ït äïîáóìïß ìS ôï‡ò ‚ðïßïõò ‚ Ðáˆëïò ‚ëïêëçñþíåé ôZí ðåñq ÷áñéóìÜôùí AíÜðôõîéí ðï‡ åy÷åí Añ÷ßóåé åsò ôü 12:1.


´Ïëïé ït ìåôÝðåéôá èåùèÝíôåò Aðïôåëïˆí ìS ôï‡ò Aðïóôüëïõò ôü èåìÝëéïí ô\ò ’Åêêëçóßáò, äéüôé “...ôZí uóçí äùñå?í Väùêåí á‰ôïrò ‚ Èåüò ›ò êáq _ìrí,” ëÝãåé ‚ ÐÝôñïò (ÐñÜî. 11:17, 10:47). ÄçëáäZ ‚äçãÞèçóáí, ›ò ït Aðüóôïëïé êáô? ôZí ÐåíôçêïóôÞí, åsò “ð@óáí ôZí AëÞèåéáí,” _ ‚ðïßá åyíáé ‚ Aíáóô?ò êáq Aíáëçöèåqò Tí äüîg ×ñéóôüò, TðéóôñÝøáò óáñêq Tí ôárò Aêôßóôïéò ðõñßíáéò ãëþóóáéò ôïˆ Ðíåýìáôüò Ôïõ, äé? í? êáôïéêÞóg ›ò Cíèñùðïò ìåô? ôïˆ Ðáôñüò Ôïõ Tí ôïrò ãåíïìÝíïéò íáïrò ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò ðéóôïrò ›ò Aêñéâ™ò Šðåó÷Ýèç (’Éùáí. 14-17). ύôùò, _ ’Åêêëçóßá ô™í íá™í ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò ðñïöçô™í Vãéíå ôü Ó™ìá ôïˆ ×ñéóôïˆ, êáô? ôïˆ ‘Ïðïßïõ “ðýëáé Eäïõ (èáíÜôïõ) ï‰ êáôéó÷ýóïõóéí.”


Äïîáóìüò åyíáé _ ìÝèåîéò ƒ÷é ìüíïí ô\ò øõ÷\ò Aëë? êáq ôïˆ óþìáôïò åsò ôZí Aèáíáóßáí êáq Aöèáñóßáí äé? ôZí ôåëåßùóéí ô\ò AãÜðçò. Äýíáôáé í? åyíáé èÝá ìéêñ@ò b ìáêñ@ò äéáñêåßáò. Ìåô? Aðü êÜðïéáí Vêóôáóéí Aðïðñïóáíáôïëéóìïˆ ‚ íåùóôq èåùèåqò âëÝðåé ô? ðÜíôá ãýñù ôïõ äéáâåâñùìÝíá ìS ôZí äüîáí/âáóéëåßáí ôïˆ Èåïˆ, _ ‚ðïßá, Aöïˆ äSí åyíáé ï‹ôå ö™ò, ï‹ôå óêüôïò, êáq äSí ‚ìïéÜæåé ìS ôßðïôå ôü êôéóôüí, Šðåñâáßíåé ðÜíôá ô? ñÞìáôá êáq íïÞìáôá êáß, ðáñ’ …ôé AðïêáëõðôïìÝíç, ðáñáìÝíåé ìõóôÞñéïí AäéáðÝñáóôïí, AíÝêöñáóôïí êáq ›ò Tê ôïýôïõ Aðåñßãñáðôïí. Êáô? ôZí äéÜñêåéáí ô\ò èÝáò ô? ðÜèç, ô? ‚ðïrá åy÷ïí ï‰äåôåñïðïéçèår êáq êáôáóôår AäéÜâëçôá ìS ôüí öùôéóìüí, êáôáñãïˆíôáé. ‘Ï èåïýìåíïò ï‹ôå ôñþãåé, ï‹ôå ðßíåé, ï‹ôå êïéì@ôáé, ï‹ôå êïõñÜæåôáé êáq äSí TðçñåÜæåôáé Aðü ôZí æÝóôçí b ôü êñýï. Á‰ô? ô? öáéíüìåíá åsò ôï‡ò âßïõò ô™í Bãßùí, ðñqí êáq ìåô? ôZí TíóÜñêùóéí ôïˆ Êõñßïõ ô\ò äüîçò, äSí åyíáé èáýìáôá, Aëë’ _ AðïêáôÜóôáóéò ô\ò Šãåßáò ô\ò íïóïýóçò Aíèñùðßíçò öýóåùò.


Ït Ãåñïíôïëüãïé[7] V÷ïõí Aðïäåßîåé …ôé ôü ã\ñáò åyíáé Aññþóôéá êáq Tñåõíïˆí, ìÞðùò êáq ‚ uäéïò ‚ èÜíáôïò åyíáé Aññþóôéá. È? ^äýíáíôï í? AðïôåëÝóïõí óõìâïëZí åsò ôZí Tí ëü㤠Vñåõíáí ït èåïýìåíïé êáq ô? ëåßøáíÜ ôùí. Ô? óþìáôá UêáôïíôÜäùí èåïõìÝíùí ðáñáìÝíïõí ó÷åôéê™ò AêÝñáéá Tðq ásþíáò åsò ìßáí êáôÜóôáóéí ìåôáî‡ öèïñ@ò êáq Aöèáñóßáò. ’Áðü ô? ðáëáéüôåñá ðáñáäåßãìáôá åyíáé ôü AêÝñáéïí ó™ìá ôïˆ ‘Áãßïõ Óðõñßäùíïò åsò ôZí í\óïí ÊÝñêõñá, ôïˆ ëáâüíôïò ìÝñïò ôü 325 åsò ôZí Á’ Ïsê. Óýíïäïí. Ìüíïí åsò ôZí ÌïíZí ô™í Óðçëáßùí åsò ôü Êßåâïí ŠðÜñ÷ïõí 120 AêÝñáéá tåñ? ëåßøáíá.


Á‰ôü åyíáé ôü ðëáßóéïí ô™í ëå÷èÝíôùí Šðü ôïˆ ’Áðïóôüëïõ Ðáýëïõ, …ôé “êáq _ êôßóéò TëåõèåñùèÞóåôáé Aðü ô\ò äïõëåßáò ô\ò öèïñ@ò åsò ôZí Tëåõèåñßáí ô\ò äüîçò ô™í ôÝêíùí ôïˆ Èå (Ñùì. 8:21). ’Áðü ô? óõìöñáæüìåíá åyíáé öáíåñüí, …ôé _ “Tëåõèåñßá ô\ò äüîçò” åyíáé Tä™ Tëåõèåñßá Aðü ôZí öèïñ?í êáq ôZí èíçôüôçôá. ’Áëë’ Aêüìç êáq Têåríïé, ô™í ‚ðïßùí ‚ Vóù Cíèñùðïò Vöèáóåí åsò ôZí õtïèåóßáí ôïˆ öùôéóìïˆ, ›ò êáq Têåríïé, ô™í ‚ðïßùí êáq ô? óþìáôá åy÷ïí äé? ô\ò èåþóåùò ðñüãåõóéí ô\ò Aèáíáóßáò êáq ô\ò Aöèáñóßáò, ðåñéìÝíïõí “ôZí õtïèåóßáí, ôZí Aðïëýôñùóéí ôïˆ óþìáôïò _ì™í” (Ñùì. 8:23). “Ït íåêñïq TãåñèÞóïíôáé Cöèáñôïé êáq _ìårò Aëëáãçóüìåèá... Äår ã?ñ ôü öèáñôüí ôïˆôï Tíäýóáóèáé Aöèáñóßáí êáq ôü èíçôüí ôïˆôï Tíäýóáóèáé Aèáíáóßáí” (Á’ Êïñ. 15:53,54).


Á‰ô? ô? ãíùñßæåé êáíåqò ƒ÷é Aðü óôï÷áóìüí TðÜíù åsò âéâëéê? êåßìåíá, Aëë? Aðü ôZí Tìðåéñßáí ôïˆ äïîáóìïˆ, ôï‰ôÝóôé Aðü “ôZí Tëåõèåñßáí ô\ò äüîçò ô™í ôÝêíùí ôïˆ Èåïˆ.” ‘Ç Tìðåéñßá ôïˆ äïîáóìïˆ êáq ƒ÷é ìüíïí âéâëéê? êåßìåíá åyíáé ôü èåìÝëéïí ô\ò ðßóôåùò ô\ò ’Åêêëçóßáò åsò ôZí óùìáôéêZí AíÜóôáóéí ôïˆ âéïëïãéêïˆ ìÝñïõò ô\ò Aíèñùðßíçò ðñïóùðéêüôçôïò.


å) Ô? ‘Éåñ? Ëåßøáíá


‘ÕðÜñ÷ïõí äýï ãåíéê? åuäç Bãßùí ëåéøÜíùí, á‰ô? ðï‡ å‰ùäéÜæïõí êáq á‰ô? ðï‡ êáq óþæùíôáé ‚ëüêëçñá a ó÷åäüí ‚ëüêëçñá. Öáßíåôáé …ôé ô? ðñ™ôá AíÞêïõí åsò ôï‡ò Bãßïõò ðï‡ å‰ñßóêïíôï åsò ôZí êáôÜóôóéí öùôéóìïˆ …ôáí TîåäÞìçóáí êáq ô? äåýôåñá åsò Bãßïõò ðï‡ å‰ñßóêïíôáé åsò êáôÜóôáóéí äïîáóìïˆ.


’Áðü ìáñôõñßáò ðáôÝñùí ðñïêýðôåé ôü ãåãïíüò …ôé _ Cêôéóôïò äçìéïõñãéêÞ, óõíåêôéêÞ, ðñïíïçôéêÞ, êáèáñôéêÞ, öùôéóôéêÞ êáq èåùôéêZ TíÝñãåéá ôïˆ Èåïˆ åyíáé BðëÞ, äéáéñårôáé AäéáéñÝôùò êáq ðáíôá÷ïˆ ðáñïˆóá Tíåñãår ô? ðÜíôá Tí ð@óé. ²Åôóé ‚ èåïýìåíïò Tí ‘Áãߤ Ð?åýìáôé å‰ñéóêüìåíïò âëÝðåé ›ò ìÝëïò ôïˆ Óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ ôüí ÐáôÝñá Tí ô¨ TíóáñêùèÝíôé Ëü㤠Vóùèåí. Á‰ô™í ô? óþìáôá äéáôçñïˆíôáé ôïéïõôïôñüðùò Aöïˆ _ íïåñ? TíÝñãåéÜ ôïõò óõíå÷ßæåé í? óôñïöáëßæåôáé êõêëéê™ò Tíôüò ô\ò êáñäßáò ôïõò Tí êïéíùíßI ìS ôZí èåùôéêZí TíÝñãåéáí ô\ò ‘Áãßáò ÔñéÜäïò. Ðéèáíüí è? ^ìðïñïýóáìåí í? äïˆìåí ôüí óôñïöáëéóìüí á‰ôüí ìS ìáãíçôéêü Aîùíéêü ôïìïãñÜöï.


Öáßíåôáé …ôé V÷ïõí äßêáéïí Têåríïé ðï‡ ðéóôåýïõí …ôé át ìÝëáíáé ðáq å‰ñßóêïíôáé ƒ÷é ìüíïí åsò ôü êÝíôñïí ô™í Ãáëáîßùí äßíïíôåò åsò á‰ô?ò ôZí êõêëéêÞí ôïõò êßíçóéí, Aëë? êáq åsò ìéêñïóêïðéê? ìåãÝèç ðáíôïˆ åsò ôü óýìðáí êáq AíáìåóÜ ìáò êáq ìÝóá ìáò.


óô) ²Ï÷é “Tê ôïˆ êüóìïõ,” Aëë’ “Tí ô¨ êüó줔


‘Ç Öñáãêï-ËáôéíéêZ äéÜêñéóéò ìåôáî‡ ðñáêôéê\ò (αctive) êáq èåùñçôéê\ò (contemplative) æù\ò äSí ŠðÜñ÷åé Tíôüò ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ. Ôü ÷Üñéóìá ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò ô™í Aäéáëåßðôùí ðñïóåõ÷™í êáq øáëì™í, ìÝó¤ ô™í ‚ðïßùí ‚ säéþôçò (ëáúêüò) åsóÝñ÷åôáé åsò ôü âáóßëåéïí tåñÜôåõìá, ãåíüìåíïò íáüò ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò êáq ìÝëïò ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ, êáèéóô@ ôZí Tí ëü㤠äéÜêñéóéí Aäýíáôïí. ‘Ç êÜèáñóéò êáq ‚ öùôéóìüò ô\ò êáñäßáò êáq _ èÝùóéò åyíáé _ ðñáãìáôéêüôçò Tíôüò ô\ò ‚ðïßáò êéíårôáé ‚ êÜèå ðéóôüò êáq _ ðáñÜäïóéò Tíôüò ô\ò ‚ðïßáò ëåéôïõñãår AíáðïóðÜóôùò _ åsäéêZ tåñùóýíç. ’ÁíôéèÝôùò ðñüò ôZí Tí ëü㤠ËáôéíéêZí äéÜêñéóéí …ëá ô? ìÝëç ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ åŠñßóêïíôáé åsò ôZí èåùñßáí ôïˆ öùôéóìïˆ âáäßæïíôåò ðñüò ôZí èåùñßáí ô\ò èåþóåùò.


“...ï‰äåqò Tí ðíåýìáôé Èåïˆ ëáë™í ëÝãåéÿ ÁÍÁÈÅÌÁ ÉÇÓÏÕÓ, êáq ï‰äåqò äýíáôáé åsðåríÿ ÊÕÑÉÏÓ ÉÇÓÏÕÓ, ås ìZ Tí Ðíåýìáôé ‘Áãߤ” (Á’ Êïñ. 12:3). Á‰ôZ åyíáé _ âéâëéêZ êáq ðáôåñéêZ ðíåõìáôéêüôçò êáq _ äýíáìéò, Tî ásôßáò ô\ò ‚ðïßáò eôï Aäýíáôïí äé’ Xíá ðéóôüí-íáüí ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò, ðáñ’ …ëá ô? âáóáíéóôÞñéá êáq ìáñôýñéá, í? ëõãßóg êáq í? Aðáñíçèj ôüí ×ñéóôüí. Ôõ÷üí AðÜñíçóéò Bðë™ò Aðåäåßêíõå, …ôé äSí eôï ìÝëïò ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ. Ït ìÜñôõñåò êáq ït íåï-ìÜñôõñåò eóáí _ Aðüäåéîéò ô\ò äõíÜìåùò ôïˆ öùôéóìïˆ êáq ô\ò èåþóåùò, äçëáäZ ôïˆ ìõóôçñßïõ ôï‡ óôáõñïˆ, êáô? ô™í äõíÜìåùí ôïˆ óêüôïõò ›ò êáq ôü êáô’ Tîï÷Zí êÞñõãìá Tëåõèåñßáò. ‘Ç ðñùôáñ÷éêZ AðïóôïëZ ô™í íá™í ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò eôï í? TñãÜæùíôáé åsò ‚ðïéïäÞðïôå TðÜããåëìá åy÷ïí ôá÷èår êáq í? Tðéäéþêïõí í? äéáäþóïõí ôZí säéêÞí ôùí èåñáðåßáí åsò ôï‡ò Cëëïõò. Êáô? êõñéïëåîßáí åsñãÜæïíôï Tíôüò ô\ò êïéíùíßáò ôùí, ìS ìßáí åsäéêüôçôá ‚ìïßáí ìS Têåßíçí ô™í øõ÷éÜôñùí. ÄéÝöåñïí, …ìùò, Að’ á‰ôï‡ò åsò ôü …ôé äSí Tðåäßùêïí, ›ó?í á‰ôïýò, ôZí äéáíïçôéêZí sóïññïðßáí ô™í íïóïýíôùí, ìS ôZí ðñïóáñìïãÞí ôùí åsò ãåíéê™ò Aðïäåêôï‡ò êáíüíáò öõóéïëïãéê\ò óêÝøåùò êáq óõìðåñéöïñ@ò. ‘Ï säéêüò ôùí êáí˜í Šãåßáò êáq öõóéïëïãéê\ò óêÝøåùò êáq óõìðåñéöïñ@ò eôï ‚ äïîáóìüò. ‘Ç èåñáðåõôéêZ äýíáìßò ôùí äSí eôï êáq äSí åyíáé “Tê ôïˆ êüóìïõ ôïýôïõ.” ’Áëë’ áôïß, …ìùò, åyíáé “Tí ô¨ êüóì¤,” Tñãáæüìåíïé äé? ôZí èåñáðåßáí ô\ò êáñäßáò ô™í Aíèñþðùí êáß, ›ò Tê ôïýôïõ, äé? ôZí ìåôáìüñöùóéí ôïˆ êüóìïõ.


æ) Èåïëïãßá êáq äüãìá


´Ïëïé …óïé Vöèáóáí åsò ôüí äïîáóìüí ìáñôõñïˆí ôü ãåãïíüò, …ôé “Èåüí öñÜóáé ìSí Aäýíáôïí, íï\óáé äS Aäõíáôþôåñïí,” Aöïˆ ãíùñßæïõí Að’ á‰ôZí ôZí Tìðåéñßáí ôùí, …ôé äSí ŠðÜñ÷åé ‚ðïéáäÞðïôå ‚ìïéüôçò ìåôáî‡ êôéóôïˆ êáq Aêôßóôïõ.


Ôïˆôï óçìáßíåé, …ôé ô? ðåñq Èåïˆ ñÞìáôá êáq íïÞìáôá, ô? ‚ðïrá äSí Aíôéôßèåíôáé åsò ôZí Tìðåéñßáí ô\ò èåþóåùò, Aëë? êáq ‚äçãïˆí åsò ôZí êÜèáñóéí êáq ôüí öùôéóìüí ô\ò êáñäßáò êáq ôZí èÝùóéí, åyíáé ’Ïñèüäïîá. ÑÞìáôá êáq íïÞìáôá, ô? ‚ðïrá Aíôéôßèåíôáé åsò ôüí äïîáóìüí êáq Aðïìáêñýíïõí Aðü ôZí êÜèáñóéí êáq ôüí öùôéóìüí ô\ò êáñäßáò êáq ôZí èÝùóéí åyíáé átñåôéêÜ.


Á‰ôü åyíáé ôü êëåéäq ô™í AðïöÜóåùí ô™í ‘Åðô? Ñùìáúê™í Ïsêïõìåíéê™í Óõíüäùí, ›ò êáq ô\ò 8çò ôïˆ 879 êáq ô\ò 9çò ôïˆ 1341.


Ó÷åäüí …ëïé ïs tóôïñéêïq ô™í äïãìÜôùí Aãíïïˆí ôü êëåéäq ôïˆôï êáq ðéóôåýïõí …ôé ït ðáôÝñåò ðñïóåðÜèïõí, ›ó?í ôüí Á‰ãïõóôríïí, í? êáôáíïÞóïõí óôï÷áóôéê™ò êáq äéáëåêôéê™ò ôü ìõóôÞñéïí, ôü ‚ðïrïí êñýâåôáé …ðéóèåí ô™í ðåñq Èåïˆ ñçìÜôùí êáq íïçìÜôùí. ’Åðéóôñáôåýïõí ìåôáî‡ ô™í ðáôÝñùí Aêüìç êáq ôüí Ãñçãüñéïí ôüí Èåïëüãïí åsò ôü óôñáôüðåäïí ô\ò Öñáãêï-Ëáôéíéê\ò èåïëïãßáò, ðáñïõóéÜæïíôÝò ôïí Tí ìåôáöñÜóåé í? ëÝãåé, …ôé TðéôñÝðåôáé “ôü öéëïóïöårí ðåñq èå ìüíïí åsò ôï‡ò “aäç ãåíïìÝíïõò åsäéêï‡ò åsò ôüí äéáëïãéóìüí” (past masters of meditation), Aíôq åsò ìüíïõò ôï‡ò “äéáâåâçêüôáò Tí èåùñßI,” _ ‚ðïßá åyíáé _ èÝá ôïˆ ×ñéóôïˆ “äé’ Tóüðôñïõ Tí ásíßãìáôé” “ãëþóóg” êáq “ðñüóùðïí ðñüò ðñüóùðïí” êáô? ôüí “äïîáóìüí.”


Ït ÐáôÝñåò óáö™ò Aðïññßðôïõí ›ò ðëÜíçí ôZí säÝáí …ôé _ äéáôýðùóéò ô™í äïãìÜôùí Aðïôåëår ìÝñïò ðñïóðáèåßáò êáôáíïÞóåùò ô™í ðåñq ‘Áãßáò ÔñéÜäïò êáq Tíóáñêþóåùò ôïˆ Ëüãïõ ìõóôçñßùí ô\ò ðßóôåùò. ‘Ï ´Áãéïò Ãñçãüñéïò ‚ Èåïëüãïò ãåëåéïðïéår ôïéïýôïõò átñåôéêïýò: “ÅsðS ó‡ ôZí Aãåííçóßáí ôïˆ ðáôñüò, êA㘠ôZí ãÝííçóéí ôïˆ õtïˆ öõóéïëïãÞóù êáq ôZí Têðüñåõóéí ôïˆ ðíåýìáôïò êáq ðáñáðëçêôßóïìåí Cìöù åsò Èåïˆ ìõóôÞñéá ðáñáêýðôïíôåò” (Èåïë. Ëüãïò Ä’,8). Ï‹ôå TäÝ÷èçóáí ðïôS ït ÐáôÝñåò ôZí èÝóéí ôïˆ Á‰ãïõóôßíïõ êáq ô™í Aêïëïõèïýíôùí á‰ôüí Ëáôßíùí, …ôé _ ’Åêêëçóßá êáôáíïår êáëýôåñá êáq âáèýôåñá ôZí ðßóôéí êáq ô? äüãìáôá ìS ôZí ðÜñïäïí ôïˆ ÷ñüíïõ. ÊÜèå ðåñßðôùóéò äïîáóìïˆ ìÝó¤ ô™í ásþíùí åyíáé ìåôï÷Z “åsò ð@óáí ôZí AëÞèåéáí” ô\ò Ðåíôçêïóô\ò, _ ‚ðïßá ï‹ôå á‹îçóéí, ï‹ôå âáèõôÝñáí êáôáíüçóéí TðéäÝ÷åôáé.


Ôïˆôï óçìáßíåé Tðßóçò, …ôé _ ’Ïñèüäïîïò äïãìáôéêZ åyíáé êáè’ ‚ëïêëçñßáí ðïéìáíôéêÞ, Aöïˆ äSí Šößóôáôáé Têôüò ô™í ðëáéóßùí ô\ò èåñáðåßáò ô\ò êáñäßáò äé? ô\ò êáèÜñóåùò êáq ôïˆ öùôéóìïˆ êáq Töüóïí èåïëüãïò åyíáé êáô’ Tîï÷Zí ‚ èåïýìåíïò, ôïˆ ‚ðïßïõ _ èÝùóéò åyíáé ŠðSñ ðÜíôá ëüãïí êáq Vííïéáí.


Ôü í? åyíáé êáíåqò èåïëüãïò óçìáßíåé êáô? ðñ™ôïí êáq êýñéïí ëüãïí, …ôé åyíáé åsäéêüò åsò ô?ò ìåèïäåßáò ôïˆ äéáâüëïõ. ‘Ï öùôéóìüò êáq êõñßùò ‚ äïîáóìüò ìåôáäßäïõí ôü ÷Üñéóìá ô\ò äéáêñßóåùò ô™í ðíåõìÜôùí äé? ôZí êáôáôñüðùóéí ôïˆ äéáâüëïõ, åsäéê™ò …ôáí ïôïò ðñïóöåýãåé åsò ôZí äéäáóêáëßáí ô\ò èåïëïãßáò êáq ðíåõìáôéêüôçôïò åsò Têåßíïõò ðï‡ Añ÷ßæïõí í? ãëõóôñïˆí ìÝóá Aðü ô? ÷ÝñéÜ ôïõ.


ç) Ô? ÌõóôÞñéá


Ôü óçìáíôéêþôåñïí AðïôÝëåóìá ô\ò Têöñáãêï-ëáôéíéêåýóåùò ô\ò ’Ïñèïäüîïõ èåïëïãéê\ò ðáéäåßáò ôüí 18ïí êáq 19ïí ásþíá, Šð\ñîåí _ TîáöÜíéóéò Aðü ô? äïãìáôéê? Tã÷åéñßäéá, êáq säßùò Aðü ô? êåöÜëáéá ðåñq ìõóôçñßùí, ô\ò ŠðÜñîåùò ô™í ìåë™í ôï‡ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ Tíôüò ô™í ðëáéóßùí ô\ò êáèÜñóåùò êáq ôïˆ öùôéóìïˆ ô\ò êáñäßáò êáq ô\ò èåþóåùò, ðáñ’ …ôé ô? ëåéôïõñãéê? êåßìåíá Aêñéâ™ò ôáˆôá ðñïûðïèÝôïõí. ’ÅðçñåáóìÝíá Aðü Ñùóéê? êáq Ëáôéíéê? Tã÷åéñßäéá Tëçóìüíçóáí ôü ãåãïíüò ôü ìõóôÞñéïí ô\ò tåñùóýíçò ðñïûðïèÝôåé ôZí èÝùóéí, äçëáäZ ôZí ðñïöçôåßáíÿ “ìZ AìÝëåé ôïˆ Tí óïq ÷áñßóìáôïò, … Täüèç óïé äé? ðñïöçôåßáò ìåô? TðéèÝóåùò ô™í ÷åéñ™í ôïˆ ðñåóâõôåñßïõ. (Á’ Ôéì. 4:14)”


è) Ðñïö\ôáé êáq äéáíïïýìåíïé


‘Ç äçìéïõñãßá åyíáé ôåëåßùò TîçñôçìÝíç Aðü ôüí Èåüí, ìïëïíüôé äSí ŠðÜñ÷åé ‚ðïéáäÞðïôå ‚ìïéüôçò ìåôáîý ôùí. Ôïˆôï óçìáßíåé, …ôé äSí Šð\ñîå êáq äSí ŠðÜñ÷åé ‚ðïéáäÞðïôå äéáöïñ? ìåôáî‡ ðåðáéäåõìÝíïõ êáq Aðáéäåýôïõ, …ôáí êáq ït äýï âáäßæïõí ôZí ‚äüí ô\ò èåñáðåßáò ôïˆ öùôéóìïˆ êáq ô\ò ôåëåéþóåùò ôïˆ äïîáóìïˆ, äé? í? ãßíïõí Aðüóôïëïé êáq ðñïö\ôáé. ‘ÕøçëïôÝñá ãí™óéò ðåñq ô\ò êôéóô\ò ðñáãìáôéêüôçôïò äSí ðáñÝ÷åé ï‰äSí säéáßôåñïí äéêáßùìá TðÜíù åsò ôZí ãí™óéí ôïˆ Aêôßóôïõ. Ï‹ôå _ Cãíïéá äé? ôZí êôéóôZí ðñáãìáôéêüôçôá Aðïôåëår ìåéïíÝêôçìá äé? í? öèÜóg êáíåqò åsò ôZí Šøßóôçí ŠðSñ ôZí ãí™óéí ãí™óéí ôïˆ Aêôßóôïõ.


é) Ðñïö\ôáé êáq Öñáãêï-Ëáôßíïé ÐÜðáé


’Áðü ô? ðÝíôå Ñùìáúê? Ðáôñéáñ÷årá ÐñåóâõôÝñáò Ñþìçò, ÍÝáò Ñþìçò, ’Áëåîáíäñåßáò, ’Áíôéï÷åßáò êáq ‘Éåñïóïëýìùí ït ÖñÜãêïé êáôÝëáâïí, äéA ô\ò óôñáôéùôéê\ò âßáò, Têåríï ô\ò ÐñåóâõôÝñáò Ñþìçò, Aíôéêáèéóôþíôáò ôï‡ò Ñùìáßïõò ÐÜðáò ìS Ôåýôïíáò êáô? ôZí äéÜñêåéáí Tíüò Aã™íïò, ‚ ‚ðïrïò añ÷éóå ôü 983 êáq Vëçîå ôü 1046. ύôùò, TðåîÝôåéíïí ôüí Vëåã÷üí ôùí Tðq ô\ò Aðïóôïëéê\ò äéáäï÷\ò ìÝ÷ñéò á‰ôïˆ ôïˆ Ðáðéêïˆ Èñüíïõ ›ò ìÝñïò ô™í ó÷åäßùí ôùí äé? ðáãêüóìéïí êõñéáñ÷ßáí. ÌåôÝâáëáí ôï‡ò Ñùìáßïõò ÐáôÝñáò åsò Ãñáéêï‡ò êáq Ëáôßíïõò êáq ðñïóÝèåóáí ôï‡ò ÖñÜãêïõò åsò ôï‡ò ëåãïìÝíïõò AíõðÜñêôïõò á‰ôï‡ò Ëáôßíïõò ÐáôÝñáò êáq Vôóé T÷Üëêåõóáí ôüí ìˆèïí …ôé ït ÖñÜãêïé êáq ït ëáôéíüöùíïé Ñùìárïé ÐáôÝñåò Aðïôåëïˆí êÜðïéá Uíéáßá ËáôéíéêZ ×ñéóôéáíùóýíç. Äé? ôü ’Éóë?ì ‚ ÐÜðáò åyíáé Aêüìç êáq óÞìåñïí Ëáôríïò êáq ÖñÜãêïò êáq ït säéêïß ìáò ÐáôñéÜñ÷áé ÍÝáò Ñþìçò, ’Áëåîáíäñåßáò, ’Áíôéï÷åßáò êáq ‘Éåñïóïëýìùí åyíáé Ñùìárïé.


‘Ç Cãíïéá ôïˆ ðïrïé êáq ôq åyíáé ït ðñïö\ôáé êáq äéáôq êáôÝ÷ïõí ôZí äåõôÝñáí èÝóéí ìåô? ôï‡ò Aðïóôüëïõò, Täçìéïýñãçóå ôü êåíüí, ôü ‚ðïrïí Tðëçñþèç ìS ôü Öñáãêï-Ëáôéíéêüí AëÜèçôïí ôïˆ ÐÜðá.


éá) Ðñïö\ôáé êáq ÐáôÝñåò


‘Ï Ãñçãüñéïò Íýóóçò ðëçñïöïñår ôï‡ò Aíáãíþóôáò ôïõ, …ôé átñÝóåéò Tìöáíßæïíôáé åsò Têåßíáò ô?ò ’Åêêëçóßáò, …ðïõ äSí ŠðÜñ÷ïõí ðñïö\ôáé. ‘Ï ëüãïò åyíáé, …ôé ït _ãÝôáé ôùí ðñïóðáèïˆí í? êïéíùíÞóïõí ìS ôüí Èåüí ìÝó¤ ôïˆ ëïãéêïˆ óôï÷áóìïˆ êáq ô\ò ðåñq Èåïˆ (AöçñçìÝíçò) öáíôáóßáò, Aíôq ìÝó¤ ôïˆ öùôéóìïˆ êáq äïîáóìïˆ. Ôü í? óõã÷Ýg êáíåqò ô?ò ðåñq Èåïˆ óêÝøåéò ôïõ ìS ôüí Èåüí åyíáé Tî Tðüøåùò èñçóêåßáò, åsäùëïëáôñåßá êáq Tî Tðüøåùò Tðéóôçìïíéê\ò ìåèüäïõ Aãñáììáôùóýíç.


Ðåñq Aðïóôüëùí êáq ðñïöçô™í ‚ìéëår ‚ Ðáˆëïò …ôáí ãñÜög, “‚ äS ðíåõìáôéêüò Aíáêñßíåé ìSí ðÜíôá, á‰ôüò äS Šð’ ï‰äåíüò Aíáêñßíåôáé.” (Á Êïñ. 3:15). Äéüôé ïôïé Vöèáóáí åsò ôZí Tí ô¨ ×ñéóô¨ èåïðôßáí ãåíüìåíïé á‰ôüðôáé ìÜñôõñåò, …ôé ït Cñ÷ïíôåò ôïˆ ás™íïò ôïýôïõ åy÷ïí óôáõñþóåé “ôüí Êýñéïí ô\ò äüîçò” (Á Êïñ. 2:8). Á‰ôüí ôüí Êýñéïí ô\ò äüîçò, ÌåãÜëçò Âïõë\ò ²Áããåëïí, ôüí ²Ùíôá, Èåüí Áâñá?ì êáq Èåüí ’Éóá?ê êáq Èåüí ’Éáêþâ, ôüí ÐáíôïêñÜôïñá, ôZí Óïößáí ôïˆ Èåïˆ, ôZí Aêïëïõèïýóáí ÐÝôñáí (Á Êïñ. 10:4), åyäïí ït ðñïö\ôåò ðÜíôåò ô\ò Ðáëáé@ò ÄéáèÞêçò. ’Åê ô™í ‚ðïßùí ‚ ÂáðôéóôZò ’ÉùÜííçò Tí èåïðôßI ãåíüìåíïò, åyäåí Tí óáñêq ôüí Êýñéïí ô\ò äüîçò. ’Áóöáë™ò êáq ït åsò Á‰ôüí ôõðéê™ò ðéóôåýïíôåò ’Éïõäárïé, “ås Vãíùóáí, ï‰ê Dí ôüí Êýñéïí ô\ò äüîçò Tóôáýñùóáí.” ÐÜíôùò åsò ôï‡ò èåïõìÝíïõò ðñïóáñìüæåé ‚ Ðáˆëïò ôü “E öèáëìüò ï‰ê åyäåí êáq ïò aêïõóåí êáq Tðq êáñäßáí ï‰ê AíÝâç, …óá _ôïßìáóåí ‚ Èåüò ôïrò Aãáð™óéí á‰ôüí. _ìrí AðåêÜëõøåí ‚ Èåüò äé? ôïˆ ðíåõìáôüò á‰ô (Á Êïñ. 2:9-10) …ôé “ôüí Êýñéïí ô\ò äüîçò Tóôáýñùóáí” (Á Êïñ. 8:8). Á‰ôïq ït á‰ôüðôåò ìÜñôõñåò èåïýìåíïé êáq ït öùôéóèÝíôåò ìáèçôáß ôùí åzíáé ït ìüíïé á‰èåíôßáé Tíôüò ô\ò ’Ïñèïäüîïõ ’Åêêëçóßáò. Á‰ôïq äéáôõðþíïõí ôïýò …ñïõò ô\ò ðßóôåùò ðï‡ ‚äçãïˆí åsò ôÞí èåñáðåßáí ôïˆ “Vóù Aíèñþðïõ” êáq ÷ñçóéìåýïõí ›ò óÞìáôá êéíäýíïõ í? Aðïöýãïõí ït ðéóôïq ôïýò êïìðïãéáííßôåò ðï‡ Šðüó÷ïíôáé ðïëë? êáß äSí V÷ïõí ôßðïôå í? ðñïóöÝñïõí åsò ôZí ðñïåôïéìáóßáí äé? ôZí Tìðåéñßáí ô\ò Tí ×ñéóô¨ äüîçò ôïˆ Èåïˆ ðï‡ ðÜíôåò è? säïˆí, åuôå ›ò ðáñÜäåéóïí åuôå ›ò êüëáóéí.


éâ) ‘Ï Êýñéïò ô\ò Äüîçò êáq át Ïsêïõìåíéêïq Óýíïäïé


Äé? ôüí ×ñéóôüí êáq ôï‡ò Aðïóôüëïõò _ ‘Áãßá ÃñáöZ åyíáé _ Ðáëáé? ÄéáèÞêç åsò ôZí ‚ðïßáí ðñïóåôÝèç _ ÊáéíZ ÄéáèÞêç. Ô? å‰áããÝëéá ôïˆ Ìáôèáßïõ, ÌÜñêïõ êáq Ëïõê@ óõíåôÜãçóáí ›ò ‚äçãïq åsò ôZí êÜèáñóéí ôïˆ Vóù Aíèñþðïõ, äçëáäZ ôïˆ ðíåýìáôüò ôïõ (íïüò) Tí ôj êáñäßI, êáq ô? ðñ™ôá óôÜäéá ôïˆ öùôéóìïˆ ðñü ôïˆ âáðôßóìáôïò äé’ äáôïò. Åsò á‰ô? ‚ ×ñéóôüò Aðïêáëýðτåôáé ›ò ‚ Tíóáñêùèåqò Êýñéïò ô\ò äüîçò åsò ôü âÜðôéóìÜ ôïõ êáq ôZí ìåôáìüñöùóßí ôïõ, …ôáí öáíåñïˆôáé ›ò _ êáô? öýóéí ðçãZ ô\ò Aêôßóôïõ äüîçò, âáóéëåßáò êáq èåüôçôïò ôïˆ Ðáôñüò. Ôü å‰áããÝëéïí ôïˆ ’ÉùÜííïõ óõíåôÜãç äé? ôï‡ò aäç âáðôéóèÝíôáò äé’ äáôïò ›ò ‚äçãüí åsò ôü âÜðôéóìá ôïˆ Ðíåýìáôïò, äçëáäZ ôüí öùôéóìüí êáq ôZí ðñïêïðZí ô\ò êáñäßáò (säßùò ’Éùáí. 13:31-17) wíá äé? ô\ò Aíéäéïôåëïˆò AãÜðçò öèÜóg åsò ôüí äïîáóìüí (’Éùáí. 17) äé? ôïˆ ‚ðïßïõ èåùñår ôüí Tí óáñêq Êýñéïí ô\ò äüîçò í? äïîÜæåôáé Tí ô¨ Ðáôñq êáq ‚ ÐáôZñ Tí Á‰ô¨ äé? ôïˆ ìõóôçñßïõ ôïˆ óôáõñïˆ (’Éùáí. 13:31; 18-21). Äé? ôüí ëüãïí á‰ôüí á‰ôü ôïˆ ’ÉùÜííïõ êáëårôáé ôü “ðíåõìáôéêüí å‰áããÝëéïí”.[8]


Ït Šðü ô™í Aðïóôüëùí, ðñïöçô™í êáq ðáôÝñùí ìåìõçìÝíïé åsò ôü ó™ìá ôïˆ ×ñéóôïˆ ï‰äÝðïôå Vìáèïí ðåñq Tíóáñêþóåùò, âáðôßóìáôïò, ìåôáìïñöþóåùò, óôáõñþóåùò, ôáö\ò, AíáëÞøåùò, ãëùóó™í ›óåq ðõñüò ôZí ÐåíôçêïóôZí …ôáí _ ’Åêêëçóßá Vãéíå ôü Ó™ìá ôïˆ ×ñéóôïˆ, ìS Bðë\ ìåëÝôçí ô\ò ‘Áãßáò Ãñáö\ò. ÔZí TìåëÝôïí ›ò ìÝñïò Aíáðüóðáóôïí ô\ò ìõÞóåùò åsò ôZí êÜèáñóéí êáq ôüí öùôéóìüí ô\ò êáñäßáò êáq ôZí Uôïéìáóßáí äé? ôüí äïîáóìüí ôçò Šðü ôïˆ Êõñßïõ ô\ò äüîçò ô\ò Ðáëáé@ò ÄéáèÞêçò ãåííçèÝíôïò óáñêq Tê ô\ò Èåïôüêïõ.


’Åíôüò ô™í ðëáéóßùí ôïˆ äïîáóìïˆ ôïýôïõ ô™í Aðïóôüëùí êáq ðñïöçô™í Tôáýôéóå _ Añ÷áßá Têêëçóßá ôüí ×ñéóôüí ìS ôüí ÌåãÜëçò Âïõë\ò ²Áããåëïí êáq ôZí Óïößáí ôïˆ Èåïˆ, äé? ôïˆ ‘Ïðïßïõ Vêôéóå ‚ Èåüò ôüí êüóìïí, Täüîáóå ôï‡ò ößëïõò Ôïõ ôï‡ò ðñïöÞôáò êáq ìÝó¤ á‰ô™í ‚äÞãçóå ôüí ðåñéïýóéïí ëáüí ôïõ åsò ôZí TíóÜñêùóéí á‰ôïˆ ôïýôïõ ôïˆ Êõñßïõ ô\ò äüîçò Tê ô\ò Èåïôüêïõ wíá êáôáñãÞóg ôü êñÜôïò ôïˆ ÈáíÜôïõ Tðq ô™í ìåë™í ô\ò ’Åêêëçóßáò ô\ò Ðáëáé@ò ÄéáèÞêçò (Ìáôè. 16:18). Ðáñ’ …ôé TäïîÜóèçóáí, ‚ “’Áâñá?ì AðÝèáíåí êáq ït ðñïö\ôáé” (’Éùáí. 8:53). “...TÜí ôéò ôüí Tìüí ëüãïí ôçñÞóg, èÜíáôïí ï‰ ìZ èåùñÞóg åsò ôüí ás™íá” (’Éùáí. 8:53). Äé? ôïˆôï ŠðÜñ÷åé _ ðñþôç AíÜóôáóéò ô\ò øõ÷\ò (’Áðïê. 20:5) êáq _ äåõôÝñá AíÜóôáóéò ôïˆ óþìáôïò (’Áðïê. 20:6), …ðùò Tðßóçò ŠðÜñ÷åé ðñ™ôïò èÜíáôïò ô\ò øõ÷\ò (Á Ôéì. 5:6; ’Áðïê. 20:14) êáq ‚ äåýôåñïò èÜíáôïò ôïˆ óþìáôïò (’Áðïê. 20:14).


’Áêüìç êáq ït Šðü Ïsêïõìåíéê™í Óõíüäùí äéêáóèÝíôåò átñåôéêïq ’Áñåéáíïq êáq ʼníïìéáíïq TäÝ÷ïíôï ôZí ôáýôéóéí á‰ôZí ôïˆ ×ñéóôïˆ ìS ôüí Êýñéïí ô\ò äüîçò êáq ÌåãÜëçò Âïõë\ò ²Áããåëïí ô\ò Ðáëáé@ò ÄéáèÞêçò ›ò ï‰óéáóôéêüí ìÝñïò ô\ò Aðïóôïëéê\ò ðáñáäüóåùò. ’Áëë? ëü㤠êïéí™í öéëïóïöéê™í Añ÷™í, ô?ò ‚ðïßáò Têëçñïíüìçóáí á‰ôïq êáq ït Íåóôùñéáíïq Aðü ôüí Ðáˆëïí ÓáìïóáôÝá, ðï‡ ðåñéÝãñáøá Aëëïˆ[9], ït ’Áñåéáíïq só÷õñßæïíôï …ôé ‚ ²Áããåëïò êáq Êýñéïò ô\ò äüîçò åyíáé ôü ðñ™ôïí Tê ôïˆ ìZ ƒíôïò äçìéïýñãçìá ô\ò âïõë\ò ôïˆ Èåïˆ ðñü ôïˆ ÷ñüíïõ êáq ô™í ásþíùí êáq ›ò Tê ôïýôïõ ï‰÷q óõíáåßäéïò êáq ‚ìïïýóéïò ô¨ Èå¨.


Ìåôáî‡ Cëëùí T÷ñçóéìïðïßçóáí ït ’Áñåéáíïq êáq ʼníïìéáíïq ôüí só÷õñéóìüí, …ôé ‚ ²Áããåëïò ô\ò äüîçò TãÝíåôï ñáôüò åsò ôï‡ò ðñïöÞôáò äé? í? Aðïäåßîïõí, …ôé åyíáé êôéóôüò. ‘Ïìïßáæå _ äéäáóêáëßá ôùí ìS á‰ôZí ô™í Ãíùóôéê™í ðï‡ Tôáýôéæïí ôüí Tí ëü㤠²Áããåëïí ô\ò Ðáëáé@ò ÄéáèÞêçò ìS ôüí êáôþôåñïí ‚ñáôüí èåüí, a êáq ôüí óáôáí@, …óôéò ä\èåí Aðü Cãíïéáí ôïˆ êáëïˆ èåïˆ Vêôéóå ôüí ôÜ÷á êáêüí ôïˆôïí Šëéêüí êüóìïí êáq ðáñåðëÜíçóå ìÝó¤ ô\ò óùìáôéê\ò ‚ñÜóåùò ôï‡ò ðñïöÞôáò ô™í ‘Åâñáßùí.


Ït ’Áñåéáíïq êáq ʼníïìéáíïq b ^ãíüïõí b AðÝññéðôïí ôZí AðïêÜëõøéí, …ôé ït èåïýìåíïé åŠñßóêïíôï Tí èåïðôßI ãåíüìåíïé êáô? ÷Üñéí èåïq êáq ìüíïí ìÝó¤ ôïˆ Èåïˆ Vâëåðïí ôZí Tí ô¨ Êõñßù ô\ò äüîçò ðñqí êáq ìåô? ôZí TíóÜñêùóßí Ôïõ Cêôéóôïí âáóéëåßáí êáq èåüôçôá ôïˆ Èåïˆ. ’Åðñüóâáëïí ôü âáóéêüí äüãìá ô\ò ðáñáäüóåùò ô™í ðñïöçô™í, …ôé ‚ Èåüò Aðïêáëýðôåé Uáõôüí ôïrò ößëïéò Ôïõ ìüíïí ìÝó¤ ôïˆ Aêôßóôïõ ÌåãÜëçò Âïõë\ò ’ÁããÝëïõ êáq ô\ò Aíèñùðßíçò öýóåùò Ôïõ Aöïˆ TãÝíåôï óÜñî. ‘Ç ÷Üñéò êáq âáóéëåßá ôïˆ öùôéóìïˆ êáq ô\ò äüîçò, fí êïéíùíår ‚ Ëüãïò ôïˆ Èåïˆ ìÝó¤ ô\ò Aíèñùðßíçò öýóåþò Ôïõ åsò ô? ìÝëç ôï‡ óùìáôüò Ôïõ åyíáé Cêôéóôïò. ‘Ç äéäáóêáëßá ô™í Öñáãêï-Ëáôßíùí, …ôé _ ÷Üñéò dí êïéíùíår _ Aíèñùðßíç öýóéò ôïˆ ×ñéóôïˆ åyíáé êôéóôZ ï‰äåìßáí èÝóéí V÷åé åsò ôZí ðáñÜäïóéí ô™í Ïsêïõìåíéê™í Óõíüäùí.


‘Ï ëüãïò äéáôq át èåïöÜíåéáé ôïˆ Ëüãïõ åsò ôZí Ðáëáé?í ÄéáèÞêçí AðïõóéÜæïõí Aðü ô? äïêßìéá ô\ò tóôïñßáò ô™í äïãìÜôùí êáq ô\ò äïãìáôéê\ò ô™í Ëáôßíùí êáq Ðñïôåóôáíô™í, ›ò êáq Aðü á‰ô? ô™í ’Ïñèïäüîùí Aðü ôZí Tðï÷Zí ôïˆ ÐÝôñïõ ôïˆ ÌåãÜëïõ êáq ôïˆ Íåï-Åëëçíéóìïˆ, åyíáé ôü ãåãïíüò …ôé ‚ Á‰ãïõóôríïò AðÝñéøå ôZí AðïóôïëéêZí êáq ðáôåñéêZí á‰ôZí ðáñÜäïóéí. ‘Ç ðáñåñìçíåßá ôïˆ Á‰ãïõóôßíïõ ðåñq ô™í Èåïöáíåé™í AðïôÝëåóå ôZí ìüíçí ðáñÜäïóéí ô™í ÖñÜãêùí, äéüôé ï‰óéáóôéê™ò ìüíïí á‰ôüí Tãνþñéæïí êÜðùò êáë™ò ìÝ÷ñé ôüí 11ïí ás™íá. Ô? óðÜíéá äïêßìéá ðï‡ AíáöÝñïõí ôZí Añ÷áßáí á‰ôZí ðáñÜäïóéí só÷õñßæïíôáé …ôé TãêáôåëÞöèç ›ò èÝóéò ðï‡ ç‰íüåé ôï‡ò ’Áñåéáíïýò.


’ÁíôéèÝôùò …ìùò _ ðáñÜäïóéò á‰ôZ óõíå÷ßæåé í? Aðïôåëj ôZí ï‰óßáí ô\ò ’Ïñèïäüîïõ ðáñáäüóåùò, côéò äéáðïôßæåé ôZí ìõóôçñéáêÞí, ôåëåôïõñãéêZí êáq åsêïíïãñáöéêZí æùZí ô\ò ’Åêêëçóßáò. ÌÜëéóôá Aðïôåëår ôü Aðáñáßôçôïí ðëáßóéïí Tíôüò ôïˆ ‚ðïßïõ ïs ÐáôÝñåò ÷ñçóéìïðïéïˆí ôï‡ò …ñïõò ôñårò ŠðïóôÜóåéò, ìßá ï‰óßá êáq ôü ‚ìïïýóéïí ôïˆ Ëüãïõ ô¨ Ðáôñq êáq ‘Áãߤ Ðíåýìáôé. ’Áðïôåëïˆí …ìùò Aíïçóßáí, ƒ÷é ìüíïí Tíôüò ô™í ðëáéóßùí ô\ò Á‰ãïõóôéíßïõ èåïëïãßáò ô™í Öñáãêïëáôßíùí, Aëë? êáq ô\ò ÖñáãêïëáôéíïðïéçìÝíçò èåïëïãßáò “ñèïäüîùí” ïwôéíåò êáô? ðáñÜäïóéí ðëÝïí äáíåßæïíôáé Aðü äïêßìéá Uôåñïäüîùí …ôáí ãñÜöïõí ðåñq èåìÜôùí äïãìáôéê\ò, tóôïñßáò äïãìÜôùí êáq Bãßáò ãñáö\ò.


‘Ï Á‰ãïõóôríïò Tðßóôåõóå[10] …ôé ìüíïí ïs ’Áñåéáíïq Tôáýôéæïí ôüí Ëüãïí ìS ôüí ²Áããåëïí ô\ò äüîçò äé? í? Aðïäåßîïõí …ôé åyíáé êôéóôüò, Aöïˆ åyíáé ä\èåí ‚ñáôüò åsò ô? ƒììáôá ô™í ðñïöçô™í. Ðáñ’ …ôé tó÷õñßæåôáé …ôé ‚ ÌåäéïëÜíùí ’Áìâñüóéïò aëëáîå ôZí ðñïôÝñáí Ìáíé÷áúêZí èÝóéí ôïõ Tðq ô\ò Ðáëáé@ò ÄéáèÞêçò, Aãíïår ðëÞñùò ô? êáô? ô™í ’Áñåéáí™í Tðé÷åéñÞìáôá ìS ô? ‚ðïrá ‚ âáðôßóáò á‰ôüí Aðïäåéêíýåé ôü Cêôéóôïí ôïˆ ÌåãÜëçò Âïõë\ò ’ÁããÝëïõ, Ëüãïõ, ô\ò Óïößáò ôïˆ Èåïˆ êáq ôü ‚ìïïýσéïí Á‰ôïˆ ô¨ Ðáôñß.


’ÅðåéäZ ‚ Á‰ãïõóôríïò åy÷å êÜìíåé óýã÷õóéí ôïˆ öùôéóìïˆ êáq ô\ò èåþóåùò ìS ôüí Íåï-Ðëáôùíéêüí öùôéóìüí êáq Vêóôáóéí, óõíåöþíåé ìS ôï‡ò Tí ëü㤠öéëïóüöïõò êáq átñåôéêï‡ò …ôé äSí ìåôÝ÷åé ôü ó™ìá åsò ôZí èåùñßáí Èåïˆ. ’Åôáýôéóå ôüí äïîáóìüí b ôZí èÝùóéí ìS ôZí têáíïðïßçóéí ô\ò äßøáò äé? å‰äáéìïíßáí êáq ìS ôZí ìåô? èÜíáôïí æùÞí. Äé? ôïˆôï ï‹ôå åsò ôZí Ðáëáé?í êáq ï‹ôå åsò ôZí ÊáéíZí ÄéáèÞêçí êáôåíüçóå ôüí Tí ô¨ Êõñߤ ô\ò äüîçò äïîáóìüí. ÄçëáäZ äSí äéÝöåñå ï‰óéáóôéê™ò Aðü ôï‡ò ’Áñåéáíïýò. ’ÅðÝëõóå ôü ðñüâëçìá ðï‡ Vèåóáí ït ’Áñåéáíïq ðåñq ô™í Èåïöáíåé™í ðñü êáq ìåô? ôZí TíóÜñêùóéí ìS ôZí ðñùôüôõðïí èåùñßáí …ôé ït ðñïö\ôáé Vâëåðïí êáq aêïõïí ôüí Èåüí ìÝó¤ ãéíïìÝíùí Tê ôïˆ ìçäåíüò êáq AðïãéíïìÝíùí åsò ôü ìçäSí êôéóìÜôùí êáô? âïýëçóéí ôïˆ Èåïˆ, ›ò ð.÷. _ êáéïìÝíç êáq Cöëåêôïò âÜôïò, _ óôýëç ðõñüò êáq íåöÝëç, _ äüîá êáq íåöÝëç, êáq Aêüìç ‚ ²Áããåëïò ô\ò äüîçò. ‘Ï Èåüò ãßíåôáé ìïíßìùò ‚ñáôüò ìÝó¤ ô\ò Tíóáñêþóåùò ôïˆ Ëüãïõ ôïõ äé? ôïˆ ‚ðïßïõ ìåôáâéâÜæåé ô? ñçô? êáq íïÞìáôÜ Ôïõ.
Áëë? óõíå÷ßæåé í? ÷ñçóéìïðïéår ô? ãåíüìåíá Tê ôïˆ ìçäåíüò ìçíýìáôá êáq ‚ñÜìáôá ô? åsò ôü ìçäSí Aðïãéíüìåíá, …ðùò át ãë™óóáé ðõñüò ô\ò Ðåíôçêïóô\ò, ô\ò íåöÝëçò ô\ò AíáëÞøåùò, ô\ò âáóéëåßáò, äüîçò, íåöÝëçò, öùôüò êáq Tî ï‰ñáíïˆ öùí\ò ô\ò Ìåôáìïñöþóåùò, ô\ò Tî ï‰ñáíïˆ öùí\ò êáq ðåñéóôåñ@ò ô\ò âáðôßóåùò ôïˆ ×ñéóôïˆ, êáq ôü ðˆñ ô\ò êïëÜóåùò, ê.ô.ë. Åyíáé _ êáôáäéêáóèåróá ôü 1341 äéäáóêáëßá ôïˆ ÂáñëáÜì.

Ït ðáôÝñåò ô\ò Óõíüäïõ äSí ŠðïøéÜóèçóáí ï‹ôå ôZí ðçãZí ô\ò Tí ëü㤠átñÝóåùò êáq ï‹ôå ôü ãåãïíüò …ôé fôï _ ìüíç ðáñÜäïóéò ô™í Öñáãêï-Ëáôßíùí. Ôü AðïôÝëåóìá ô™í AíùôÝñùí eôï …ôé ô? ëåêôéê? óýìâïëá, äé? ô™í ‚ðïßùí _ Ðáëáé? êáq ÊáéíZ ÄéáèÞêç TîÝöñáæå ô?ò Tìðåéñßáò ôïˆ öùôéóìïˆ êáq ô\ò èåþóåùò ŠðïâéâÜóèçóáí åsò ãåíüìåíá êáq Aðïãéíüìåíá êôßóìáôá êáq Aðßóôåõôá èáýìáôá. Ðåñßåñãïí AðïôÝëåóìá ô™í Tí ëü㤠ðáñåñìçíåé™í åyíáé …ôé ƒ÷é ìüíïí ôü ƒíïìá “âáóßëåéïí” êõñéáñ÷år åsò ô?ò ìåôáöñÜóåéò ô\ò Êáéí\ò ÄéáèÞêçò ðáñ’ …ôé ï‹ôå ìßá öïñ? Aðáíô@ôáé åsò ôü Uëëçíéêüí ðñùôüôõðïí. ’Áëë? ðåñéÝñãùò TðéêñÜôçóå åsò ô? Âéâëéê? êáq ëåéôïõñãéê? êåßìåíá ô™í ’Ïñèïäüîùí ìåôáíáóô™í åsò ôZí ʼnñþðçí, ’ÁìåñéêÞí, Á‰óôñáëßáí êáq ’Áóßáí. ‘Ç âáóéëåßá ôïˆ Èåïˆ åzíáé _ Cêôéóôïò TíÝñãåéá êáq äüîá äé? ô\ò ‚ðïßáò ‚ Èåüò âáóéëåýåé ôüí êüóìïí êáq åsò ‚ðïßáí ìåôÝ÷ïõí ô? êáèáéñüìåíá, öùôéæüìåíá êáq äïîáæüìåíá ìÝëç ô\ò ’Åêêëçóßáò.


éã) “...ôü ðíåˆìá ìZ óâÝííõôáé” (Á’ Èåóó. 5:19)


‘Ç ðñïóåõ÷Z ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò Tí ôj êáñäßI “óôåíáãìïrò AëáëÞôïéò” (Ñùì. 8:26) äSí åyíáé êáè’ UáõôZí ìÝèåîéò åsò ôü ó™ìá ôïˆ ×ñéóôïˆ. ÐñÝðåé í? Aíôáðïêñéèj êáíåqò åsò á‰ôZí ôZí ðñïóåõ÷Zí ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò ìS ôZí säéêÞí ôïõ AäéÜëåéðôïí ðñïóåõ÷Zí ôïˆ ðíåýìáôüò ôïõ Tí ôj êáñäßI. ²Åôóé, “Á‰ôü ôü Ðíåˆìá óõììáñôõñår ô¨ ðíåýìáôé _ì™í …ôé TóìSí ôÝêíá Èåïˆ. Ås äS ôÝêíá, êáq êëçñïíüìïéÿ êëçñïíüìïé ìSí Èåïˆ, óõãêëçñïíüìïé äS ×ñéóôïˆ, åuðåñ óõìðÜó÷ïìåí, wíá êáq óõíäïîáóè™ìåí” (Ñùì. 8:16-17.) Ìïëïíüôé á‰ôZ _ Aíôáðüêñéóéò åyíáé säéêÞ ìáò, åyíáé êáq ÷Üñéóìá Èåïˆ. Á‰ôü Aêñéâ™ò ðñïûðïèÝôåé ‚ ’Áð. Ðáˆëïò, …ôáí ðáñáããÝëg: “Aäéáëåßðôùò ðñïóåý÷åóèå...ôü Ðíåˆìá ìZ óâÝííõôå, ðñïöçôåßáò ìZ Tîïõèåíårôå” (Á’ Èåóó. 5.17-19). ‘Ï Ðáˆëïò Tä™ ì@ò ëÝãåé í? öñïíôßóùìåí í? ìåßíùìåí íáïq ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò, äéáôçñ™íôåò ôZí AäéÜëåéðôïí ðñïóåõ÷Zí ôïˆ ðíåýìáôüò ìáò Tí ôj êáñäßI, äé? í? öèÜóùìåí í? ãßíùìåí ðñïö\ôáé äé? ô\ò èåþóåùò.


Ôü âÜðôéóìá ôïˆ äáôïò “åsò Cöåóéí Bìáñôé™í” åyíáé ìõóôÞñéïí AíåîÜëåéðôïí, äéüôé _ óõã÷þñçóéò Aðü ôüí Èåüí äé? ôZí Aññþóôåé?í ìáò åyíáé ôü äåäïìÝíïí äé? ôZí Víáñîéí ô\ò èåñáðåßáò. ´Ïìùò ôü âÜðôéóìá ôïˆ Ðíåýìáôïò äSí åyíáé AíåîÜëåéðôïí. Äé? ôïˆôï ŠðÜñ÷åé _ åsäéêZ ôåëåôZ ìåôáíïßáò êáq Aíáìõñþóåùò ô™í ìåôáíïïýíôùí äé? ðñïôÝñáí AðÜñíçóéí ô\ò ðßóôåþò ôùí. Ôü äS ìõóôÞñéïí ô\ò TîïìïëïãÞóåùò V÷åé ðñïöáí™ò ôZí ñßæáí ôïõ åsò ôZí êáèïäÞãçóéí ô™í säéùô™í í? öèÜóïõí Aðü ôZí êÜèáñóéí ô\ò êáñäßáò åsò ôüí öùôéóìüí á‰ô\ò. Åuôå Aíôáðïêñßíåôáé êáíåqò åuôå ƒ÷é, ôü ´Áãéïí Ðíåˆìá “Tíôõã÷Üíåé” Tí ôj êáñäßI êÜèå Aíèñþðïõ. ÌS Cëëá ëüãéá _ AãÜðç ôïˆ Èåïˆ êáëår Tî uóïõ ôüí êáèÝíá, Aëë? …ëïé äSí Aíôáðïêñßíïíôáé.


Ït ìZ Aíôáðïêñéíüìåíïé è? Vðñåðå í? ìZ öáíôÜæùíôáé ôüí Uáõôüí ôùí íáï‡ò ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò êáq ìÝëç ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ êáq í? ãßíùíôáé, ›ò Tê ôïýôïõ, Tìðüäéïí ô™í Cëëùí åsò á‰ôZí ôZí Aíôáðüêñéóéí. Ït åsò êáôÜóôáóéí öùôéóìïˆ óõìðñïóåý÷ïíôáé åsò ô?ò ëåéôïõñãßáò ôùí ›ò íáïq ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò êáq ìÝëç ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ äé? ô? ìZ ìÝëç, žóôå í? ãßíïõí ìÝëç b í? îáíáãßíïõí ìÝëç, Tö’ …óïí ôïˆôï äSí ôï‡ò ôü TããõÞèç ôü âÜðôéóìá ôïˆ äáôïò åsò Cöåóéí Bìáñôé™í. Äé? ôïˆôï ‚ ×ñõóüóôïìïò ðñïåéäïðïéår, “ÌZ ôïßíõí èáññ™ìåí, …ôé ãåãüíáìåí Eðáî ôïˆ óþìáôïò.”[11]


éä) Ôü ÷Üñéóìá ô\ò äéåñìçíåßáò


Åsò êÜðïéïí óçìårïí ô\ò tóôïñßáò ô\ò ìåôáðïóôïëéê\ò ’Åêêëçóßáò ôü ÷Üñéóìá ô\ò óõã÷ñüíïõ ìåôáöïñ@ò ô™í ðñïóåõ÷™í êáq øáëì™í Aðü ôZí êáñäßáí åsò ôZí äéÜíïéáí äé? ôZí ìåãáëüöùíïí Aðáããåëßáí á‰ô™í ðñüò ƒöåëïò ô™í säéùô™í AíôéêáôåóôÜèç ìS ãñáðô? Aíáãéãíùóêüìåíá êåßìåíá ìS êáèïñéóìÝíá óçìårá åsò ô? ‚ðïrá ït säé™ôáé (ëáúêïß) Aðáíôïˆóáí ìS ôü “AìÞí,” “Êýñéå TëÝçóïí,” ê.ô.ë. ’Åðßóçò _ ðñïóåõ÷Z ô\ò êáñäßáò óõíôïìåýèç åsò ìéêñ?í öñÜóéí (ð.÷. Êýñéå ’Éçóïˆ ×ñéóôS TëÝçóüí ìå ôüí Bìáñôùëüí) a åsò ñçôüí Øáëìïˆ (ðáñÜäïóéò ô\ò Ásãýðôïõ ôZí ‚ðïßáí ìåôÝöåñå åsò ôZí Äýóéí ‚ ´Áãéïò ’ÉùÜííçò ‚ Êáóóéáíüò). Êáô? ô? Cëëá ô? ÷áñßóìáôá ô\ò 1 Êïñ. 12:28 ðáñÝìåéíáí ô? uäéá.


‘Ï Ñùìárïò tóôïñéêüò ô™í ÖñÜãêùí Ãñçãüñéïò ’Åðßóêïðïò Ôïõñþíçò ðåñéãñÜöåé ô? öáéíüìåíá êáq ôïˆ öùôéóìïˆ êáq ôï‡ äïîáóìïˆ. ’Áëë? ìZ ãíùñßæùí ôq åyíáé, ô? ðåñéãñÜöåé ›ó?í èáýìáôá êáq ìS ôñüðïí óõãêå÷õìÝíïí.[12] Ït ÖñÜãêïé óõíÝ÷éóáí ôZí óýã÷õóéí ôáýôçí êáq ôåëéê? Tôáýôéóáí ôüí öùôéóìüí êáq ôüí äïîáóìüí ìS ôüí Íåï-Ðëáôùíéêüí ìõóôéêéóìüí ôïˆ Á‰ãïõóôßíïõ, ôüí ‚ðïrïí ñè™ò AðÝñéøáí ‚ñéóìÝíïé Äéáìáñôõñüìåíïé, Aöïˆ äé? ôï‡ò ÐáôÝñáò Aðïôåëår öáéíüìåíïí äáéìïíéêüí.


éå) ÄïêéìáæÝôù äS Cíèñùðïò Uáõôüí


“´Ùóôå †ò Cí Tóèßg ôüí Cñôïí b ðßíg ôü ðïôÞñéïí ôïˆ Êõñßïõ Aíáîßùò, Víï÷ïò Vóôáé ôïˆ óþìáôïò êáq ôïˆ áwìáôïò ôïˆ Êõñßïõ. äïêéìáæÝôù äS Cíèñùðïò Uáõôüí, êáq ïôùò Tê ôïˆ Cñôïõ TóèéÝôù êáq Tê ôïˆ ðïôçñßïõ ðéíÝôùÿ ‚ ã?ñ Tóèßùí êáq ðßíùí êñrìá Uáõô¨ Tóèßåé êáq ðßíåé ìZ äéáêñßíùí ôü ó™ìá. äé? ôïˆôï Tí Šìrí ðïëëïq Aóèåíårò êáq Cññùóôïé êáq êïéì™íôáé têáíïß” (Á Êïñ. 11:28-30). ÌS Cëëá ëüãéá ðñÝðåé êáíåqò í? äïêéìÜóg ôüí Uáõôüí ôïõ Cí åyíáé óôZí êáôÜóôáóéí öùôéóìïˆ, êáq UðïìÝíùò ìÝëïò ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ êáq íáüò ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò, ìS ôï‰ëÜ÷éóôïí ô? “ãÝíç ãëùóó™í,” äçëáäZ ôZí íïåñ?í ðñïóåõ÷Þí. ²Áëëùò Tóèßåé ôüí Cñôïí êáq ðßíåé ôü ðïôÞñéïí ôïˆ Êõñßïõ Aíáîßùò (Êïñ. 11:27). ’Åí ôïéáýôg ðåñéðôþóåé åŠñßóêåôáé ìåôáî‡ b ô™í “Aóèåí™í” b ô™í “Aññþóôùí” b ô™í ðíåõìáôéê™ò “êïéìùìÝíùí (íåêñ™í)” (Á Êïñ. 11:30), äçëáäZ ìZ ìåôÝ÷ùí åsò ôZí ðñþôçí AíÜóôáóéí ôïˆ Vóù Aíèñþðïõ. ‘Ï ôïéïˆôïò ìåôÝ÷åé åsò ôZí Èåßáí ʼn÷áñéóôßáí ï‰÷q Aîßùò, Aëë? åsò êáôÜêñéìá. ÄSí ðñÝðåé êáíåqò í? ÷ñçóéìïðïéår ôü äårðíïí ô\ò AãÜðçò (ðï‡ ôüôå óõíüäåõå êÜèå å‰÷áñéóôéáêZí óýíáîéí) ›ò å‰êáéñßáí í? ôñþg êáq í? ðßíg. Ôïˆôï êÜìíåé êáíåqò óôü óðßôé ôïõ (Á Êïñ. 11:21-22, 34). “ås äS Uáõôï‡ò äéåêñßíïìåí (äçëáäZ äé? ô\ò íïåñ@ò ðñïóåõ÷\ò), ï‰ê Têñéíüìåèáÿ êñéíüìåíïé äS Šðü ôïˆ Êõñßïõ ðáéäåõüìåèá, wíá ìZ ó‡í ô¨ êüóì¤ êáôáêñéè™ìåí” (Á Êïñ. 11:31-32). Åsò ôüí öùôéóìüí êáq åsò ôüí äïîáóìüí êñéíüìåíïé ït öùôéóèÝíôåò êáq ït èåùèÝíôåò Têðáéäåýïíôáé Tíôüò ôïˆ ðíåýìáôüò ôùí Aðü ôüí uäéïí ôüí ×ñéóôüí. ÔZí èåñáðåßáí á‰ôZí ðåñéãñÜöåé Tí óõíå÷åßI ‚ ’Áðüóôïëïò Ðáˆëïò óôZí 1 Êïñ. 12-15:11[13] …ðùò åuäáìåí.


éóô) ‘Ç äéáôýðùóéò ô™í äïãìÜôùí


‘Ï ìüíïò óêïðüò ô\ò äéáôõðþóåùò ô™í äïãìÜôùí Aðü Ïsêïõìåíéê?ò êáq Ôïðéê?ò Óõíüäïõò eôï êáq åyíáé _ äéáöýëáîéò ô™í ðéóô™í Tíôüò ô\ò èåñáðåõôéê\ò á‰ô\ò Aãùã\ò ô\ò êáèÜñóåùò êáq ôïˆ öùôéóìïˆ ô\ò êáñäßáò êáq ôïˆ äïîáóìïˆ/èåþóåùò êáq Aðü êïìðïãéáííßôåò ìZ ñèïäüîïõò êáq ôõðéê? ñèïäüîïõò sáôñïýò. Ôïˆôï TðåéäZ “ðÜíôåò ã?ñ cìáñôïí êáq Šóôåñïˆíôáé ô\ò äüîçò ôïˆ Èåïˆ...” (Ñùì. 3:23). Át äéáôõðþóåéò ô™í äïãìÜôùí ï‰äåìßáí ó÷Ýóéí V÷ïõí ìS èåïëïãéêüí b öéëïóïöéêüí óôï÷áóìüí TðÜíù óô? ìõóôÞñéá ô\ò ‘Áãßáò ÔñéÜäïò, ô\ò Tíóáñêþóåùò ôïˆ Ëüãïõ êáq ô\ò èåþóåùò. ‘Ç Aññþóôåéá ôïˆ Aíèñþðïõ óõíßóôáôáé åsò ôüí óêïôáóìüí ôïˆ ðíåõìáôüò åsò ôZí êáñäßáí ðï‡ Añ÷ßæåé í? èåñáðåýåôáé ìS ôZí AäéÜëåéðôïí ðñïóåõ÷Þí, êáq ƒ÷é ìS óôï÷áóìï‡ò èåïëïãéêï-öéëïóïöéêïýò. Ôïˆôï äéüôé ï‰äåìßá ‚ìïéüôçò ŠðÜñ÷åé ìåôáî‡ ôïˆ Aêôßóôïõ Èåïˆ êáq ô™í êôéóìÜôùí Ôïõ êáq “Èåüí öñ@óáé Aäýíáôïí, íï\óáé äS Aäõíáôþôåñïí.” Äé? ôïˆôï ït ðåñq Èåïˆ êáq Tíóáñêþóåùò óôï÷áóìïq ôïˆ Á‰ãïõóôßíïõ êáq ô™í Öñáãêï-Ëáôßíùí êáq äéáìáñôõñïìÝíùí ‚ðáä™í ôïõ êáq …ðùò êáq ït óôï÷áóìïq ‚ñéóìÝíùí ôõðéê? ñèïäüîùí “èåïëüãùí”, ãåíüìåíïé âÜóåé ô\ò analogia entis êáq ô\ò analogia fidei, åyíáé ðáíôåë™ò îÝíïé ðñüò ôZí ÂéâëéêZí êáq ÐáôåñéêZí ðáñÜäïóéí. ÓÞìåñïí èåùñïˆíôáé ìÜëéóôá ›ò ãíþñéóìá íïçôéê™ò êáèõóôåñïõìÝíùí ôéíùí èñçóêïëÞðôùí.


‘Ï ìüíïò óêïðüò ô™í ñèïäüîùí äïãìÜôùí åyíáé _ äéáöýëáîéò ô\ò ‚äïˆ ô\ò Tí ×ñéóô¨ èåñáðåßáò ìÝó¤ ô\ò êáèÜñóåùò êáq ôïˆ öùôéóìïˆ ô\ò êáñäßáò êáq ô\ò èåþóåùò ô™í ðéóô™í.


3) Ç ÐÑÏÅËÅÕÓÉÓ ÔÙÍ ÓÕÍÏÄÙÍ


Ôü óõíïäéêüí óýóôçìá ðñï\ëèåí 1) Tê ô\ò ‚ìÜäïò ô™í ðñïöçô™í åsò êÜèå ’Åêêëçóßáí, êáq 2) Tê ô™í Aðïóôüëùí ›ò ô™í Tðïðô™í ô™í Šð’ á‰ô™í täñõïìÝíùí ’Åêêëçóé™í.


Ït Tðßóêïðïé êáq ðñåóâýôåñïé ô™í Aðïóôïëéê™í Têêëçóé™í ðñïÞñ÷ïíôï Aðü ôï‡ò ðñïöÞôáò êáq äéäáóêÜëïõò. ‘Ç ãåíéêZ Šðü ô™í Aðïóôüëùí Tðßâëåøéò Tðq ôïðéê™í ‚ìÜäùí Têêëçóé™í óõíå÷ßóèç, ìåô? ôüí èÜíáôüí ôùí, Aðü ôZí óõëëïãéêZí Tðßâëåøéí á‰ô™í Šðü ô™í Têðñïóùðïýíôùí ôï‡ò Tíïñéáêïýò ôùí öùôéóìÝíïõò êáq èåïõìÝíïõò Tðéóêüðùí óõãêñïôçìÝíùí åsò óõíüäïõò. ’Áêñéâ™ò Šðü ôZí säéüôçôá á‰ôZí ït óõíïäéêïq Tðßóêïðïé åyíáé êáô? êõñéïëåîßáí, ït äéÜäï÷ïé ô™í Aðïóôüëùí.


Åsò êÜðïéïí óçìårïí, Têêëçóßáé, …ðùò Têåßíç ô\ò Ëáïäéêåßáò (’Áðïê. 3:14-22), ç‰îÞèçóáí åsò ôïéïˆôïí âáèìüí, žóôå Vãéíáí äåêôáq ›ò _ìéöõóéïëïãéêáß, …óïí Vìåéíáí Šðü Tðïðôßáí. Öáßíåôáé …ôé Tî ásôßáò ìé@ò ôïéáýôçò óõãêõñßáò, Añ÷ßæïõí í? Tìöáíßæùíôáé ’Åêêëçóßáé, …ðïõ ðñïÀóôáíôáé ðñåóâýôåñïé Aíôq Tðéóêüðùí, äéüôé äSí Šð\ñ÷ïí Añêåôïq èåïýìåíïé, äé? ôüí âáèìüí ôïˆ Tðéóêüðïõ.


´Ïôé ït Tðßóêïðïé ðñÝðåé í? TêëÝãùíôáé Tê ô™í èåïõìÝíùí, Vìåéíå âáóéêZ ðñïûðüèåóéò ô\ò ’Ïñèïäüîïõ Ðáñáäüóåùò, säéáéôÝñùò ŠðïóôçñéæïìÝíç Šðü ôïˆ ‘Áãßïõ Äéïíõóßïõ ôïˆ ’Áñåéïðáãßôïõ, ìÝ÷ñé ôüí 19ïí ás™íá. ÌS ôZí ðÜñïäïí ôïˆ ÷ñüíïõ ït èåïýìåíïé AðïóõíäÝèçóáí Aðü ôüí Tíïñéáêüí êë\ñïí êáq añ÷éóáí í? Tìöáíßæùíôáé åsò ôü Tðßêåíôñïí ô™í Aíá÷ùñçô™í êáq ìïíá÷™í, ït ‚ðïrïé ãßíïíôáé Tí óõíå÷åßI ô? öõôþñéá äé? ôZí ðñïåôïéìáóßáí Šðïøçößùí ‘Éåñáñ÷™í êáq êõñßùò ðñïÝäñùí óõíüäùí. ‘Ç êõñßá å‰èýíç ô™í Tðéóêïðéê™í óõíüäùí eôï _ ðñïáãùãZ ô\ò èåñáðåßáò ô\ò êáèÜñóåùò êáq ôïˆ öùôéóìïˆ ô\ò êáñäßáò êáq ô\ò èåþóåùò êáè˜ò êáq _ ðëÞñçò ŠðïóôÞñéîéò …ëùí ô™í ðñïãñáììÜôùí Töáñìïã\ò ô™í AðïôåëåóìÜôùí ô\ò Tí ëü㤠èåñáðåßáò äé? ôZí Tîýøùóéí ôïˆ óõíüëïõ ô\ò êïéíùíßáò. ÐÜíôá ôáˆôá ðñïûðÝèåôïí ôZí ÷åéñïôïíßáí ãíçóßùí sáôñ™í êáq ôZí Aðüññéøéí ô™í êïìðïãéáííéô™í, ô™í ‚ðïßùí ït AöçñçìÝíïé óôï÷áóìïq b AðåìÜêñõíïí Að’ á‰ôZí ôZí èåñáðåßáí êáq ôåëåßùóéí b Vöèáíïí ìÝ÷ñé ðñü ô\ò èåñáðåßáò êáq Tâïýëéáæïí Tí óõíå÷åßI åsò ôü ôÝëìá ô\ò ^èéêïëïãßáò.


’Áêñéâ™ò ëü㤠ô\ò ôáõôüôçôïò èåñáðåßáò êáq ôåëåéþóåùò åsò …ëïõò ôï‡ò öùôéóìÝíïõò êáq èåïõìÝíïõò, äSí êáôåíüçóáí ðïôS ït ’Ïñèüäïîïé ôZí äïãìáôéêZí á‰èåíôßáí ›ò TðéâáëëïìÝíçí Cíùèåí, Aëë’ ›ò ŠðÜñ÷ïõóáí åsò ôï‡ò öùôéóìÝíïõò êáq èåïõìÝíïõò Vóùèåí. ’ÅðåéäZ äS _ êïéíZ á‰ôZ Tìðåéñßá êáôáîéþíåé ôZí ðñáãìáôéêüôçôá, …ôé “Èåüí öñÜóáé ìSí Aäýíáôïí, íï\óáé äS Aäõíáôþôåñïí,” äSí eôï äõíáôüí ït äïîáóìÝíïé í? äéáöùíÞóïõí ìåôáîý ôùí åsò ôZí ÷ñ\óéí äéáöïñåôéê™í …ñùí, Añêår í? ‚äçãïˆí åsò ôüí öùôéóìüí êáq äïîáóìüí. Ôü ó÷róìá ìåôáî‡ ô™í ’Ïñèïäüîùí êáq ô™í ’Áíáôïëéê™í ’Ïñèïäüîùí åyíáé Xíá ðáñÜäåéãìá Aðïäï÷\ò äéáöïñåôéê™í ôñüðùí äéáôõðþóåùò Aðü ôZí ìßáí ðëåõñÜí êáq Uíüò ìüíïí ôñüðïõ äéáôõðþóåùò Aðü ôZí Cëëçí.


á) Óýíïäïé êáq ’Ïñèüäïîïò Ðïëéôéóìüò


‘Ç äýíáìéò ôïˆ öùôéóìïˆ êáq ô\ò èåþóåùò ƒ÷é ìüíïí ŠðÝìåéíå êáq TâÜóôáóå ôï‡ò äéùãìïýò, Aëë? êáq êáôÝêôçóå ôZí ÑùìáúêZí Á‰ôïêñáôïñßáí êáq Vãéíå _ êáñäßá ôïˆ ‘Åëëçíéêïˆ ôçò Ðïëéôéóìïˆ. ÌZ ïsêårïé ìS ôZí ðñáãìáôéêüôçôá á‰ôZí tóôïñéêïß, äSí V÷ïõí êáíÝíá ôñüðïí, í? êáôáíïÞóïõí ôZí Vêôáóéí ô\ò ìåôáìïñöþóåùò ðï‡ ŠðÝóôç ôü Ñùìáúêüí êñÜôïò Aðü ôZí èåñáðåßáí ôïˆ öùôéóìïˆ êáq ô\ò èåþóåùò. Ôü êñéôÞñéïí ìS ôü ‚ðïrïí _ ÑùìáúêZ Á‰ôïêñáôïñßá Vêáìå ôZí ’Ïñèüäïîïí ðßóôéí êáq ðñ@îéí êáq ôü óõíïäéêüí ôçò óýóôçìá ìÝñïò ô\ò íïìïèåóßáò êáq ô\ò äéïéêÞóåþò ôçò äSí äéÝöåñå ðïë‡ Aðü ôZí óçìåñéíZí íïìéêZí ŠðïóôÞñéîéí ô\ò ãíçóßáò sáôñéê\ò êáq ô\ò ðñïóôáóßáò ô™í ðïëéô™í Aðü êïìðïãéáííßôáò. Èñçóêåráé êáq äüãìáôá, ðï‡ Aðïìáêñýíïõí Aðü ôüí öùôéóìüí êáq ôZí èÝùóéí, äSí Tèåùñïˆíôï ìüíïí Tðéêßíäõíá äé? ôZí óùôçñßáí, Aëë? êáq ›ò ìZ óõíôåëåóôéê? åsò ôZí ðáñáãùãZí ðïëéô™í, ðï‡ è? ^äýíáíôï í? óõíôåëÝóïõí åsò ôZí èåñáðåßáí êáq ìåôáìüñöùóéí ô\ò êïéíùíßáò.


‘Ç óõìâïëZ ô™í öùôéóìÝíùí êáq äïîáóìÝíùí åsò ôüí ‘Åëëçíéêüí Ðïëéôéóìüí, ôüóïí åsò ôü ’Áíáôïëéêüí …óïí êáq åsò ôü Äõôéêüí ôì\ìá ô\ò Ñùìáúê\ò Á‰ôïêñáôïñßáò, eôï ðïë‡ ìåãáëõôÝñá, Aðü …óïí äýíáíôáé ït ìZ ãí™óôáé ô\ò ’Ïñèïäïîßáò tóôïñéêïq í? öáíôáóèïˆí, Vóôù êáq Dí ðïëëáq Tê ô™í á‰ôïêñáôïñéê™í ðñïóäïêé™í Aðåäåß÷èçóáí ï‰ôïðéêáß.


‘Ï só÷õñéóìüò, …ôé _ ÑùìáúêZ Á‰ôïêñáôïñßá êáq ‚ ‘Åëëçíéêüò ôçò Ðïëéôéóìüò AíôéêáôåóôÜèçóáí Aðü êÜðïéáí “ÂõæáíôéíÞí” á‰ôïêñáôïñßáí êáq êÜðïéïí “Âõæáíôéíüí” ðïëéôéóìüí, åyíáé êáèáñ? êáñéêáôïýñá. ‘Ï öùôéóìüò êáq ‚ äïîáóìüò åy÷ïí ãßíåé _ êáñäßá êáq ‚ ðõñZí ôüóïí ôïˆ ’Áíáôïëéêïˆ …óïí êáq ôïˆ Äõôéêïˆ ìÝñïõò ô\ò Ñùìáúê\ò Á‰ôïêñáôïñßáò. Á‰ôZ _ ðáñÜäïóéò ô\ò èåñáðåßáò êáq ô\ò ôåëåéþóåùò äSí TíäéÝöåñå ôï‡ò Ôåýôïíáò êáôáêôçô?ò ô™í Äõôéê™í Ñùìáßùí. ’Áëë’ ït ’Áíáôïëéêïq Ñùìárïé äéåôÞñçóáí êáq óõíÝ÷éóáí ôZí ðáñÜäïóéí á‰ôÞí, _ ‚ðïßá äSí åyíáé “ÂõæáíôéíÞ” Aëë? ’ÁðïóôïëéêÞ.


â) Öñáãêï-Ëáôéíéêüò Ðïëéôéóìüò


Ït Ìåñïâßããéïé ñ\ãåò ô™í ÖñÜãêùí Tóöåôåñßóèçóáí ðñ™ôïí ôü äéêáßùìá Añíçóéêõñßáò åsò ô?ò Têëïã?ò ô™í Tðéóêüðùí. Êáôüðéí Tóöåôåñßóèçóáí ôü äéêáßùìá äéïñéóìïˆ ô™í Tðéóêüðùí. ’Åí óõíå÷åßI AíåêÜëõøáí ôZí ïsêïíïìéêZí šöÝëåéáí Tê ô\ò ðùëÞóåùò ô™í èÝóåùí ô™í Tðéóêüðùí äé? ô\ò ðëåéïäïóßáò. Åsò á‰ôü ôü óçìårïí ït Ñùìárïé Tðßóêïðïé ô\ò Öñáãêßáò V÷áóáí ôZí TðáöÞí ôùí ìS ôüí öùôéóìüí êáq ôüí äïîáóìüí, ðï‡ Tðåâßùóáí AíÜìåóá åsò ôüí ìïíá÷éóìüí, êë\ñïí êáq ëáüí, …ðùò öáßíåôáé óáö™ò åsò ôï‡ò âßïõò ô™í Bãßùí. ’Åí óõíå÷åßI ç‰îÞèç ‚ Añéèìüò ô™í ÖñÜãêùí Tðéóêüðùí ìÝ÷ñéò …ôïõ ït Êáñïëßããåéïé ÖñÜãêïé Tîåäßùîáí ôï‡ò Tíáðïìåßíáíôáò Ñùìáßïõò Tðéóêüðïõò êáq TðÝâáëïí ôï‡ò Uáõôïýò ôùí ›ò Tðéóêüðïõò åsò ôZí ’Åêêëçóßáí, ìS säéáéôÝñáí öñïíôßäá Aóôõíïìåýóåùò ô™í Ñùìáßùí, ðï‡ åy÷ïí ìåôáâëçèår åsò ô? äéÜöïñá åuäç ô\ò äïõëïðáñïéêßáò. ύôùò át Öñáãêï-Ëáôéíéêáq âáóéëåráé êáq å‰ãÝíåéáé Vêáìïí ôZí AðïóôïëéêZí äéáäï÷Zí säéïêôçóßáí ô\ò öõë\ò ôùí. ‘Ç Aðåßèåéá ô™í äïýëùí êáq äïõëïðáñïßêùí åsò á‰ôZí ôZí AðïóôïëéêZí äéáäï÷Zí äéïñèþíåôï Aðü ôüí Tðéóêïðéêüí óôñáôüí.


Ï‹ôå ìßá Tê ô™í äïãìáôéê™í ðñùôïâïõëé™í ô™í ÖñÜãêùí êáô? ôüí 8ïí êáq 9ïí ás™íá Šð\ñîå ôü AðïôÝëåóìá AíáæçôÞóåùò ðëçñïöïñé™í êáq TðåîçãÞóåùí Aðü ôï‡ò Ñùìáßïõò, ô™í ‚ðïßùí ô?ò äïãìáôéê?ò äéáôõðþóåéò äéÝóôñåöïí. Ït ÖñÜãêïé äSí eóáí åsò èÝóéí í? êÜìïõí äéÜëïãïí, Bðë™ò äéüôé eóáí Aìáèårò âÜñâáñïé, ìS ìßáí Aðßóôåõôïí á‰ôïðåðïßèçóéí, …ôé åyíáé _ TêëåêôZ öõëZ ôïˆ Èåïˆ êáq …ôé ‚ Á‰ãïõóôríïò åyíáé ‚ êáëýôåñïò ‚äçãüò åsò …ëá ô? ï‰óéþäç æçôÞìáôá ô\ò ðßóôåùò. Äõóôõ÷™ò ‚ Tðßóêïðïò ‘Éðð™íïò äSí åy÷å êáôáíïÞóåé ôüí âéâëéêüí öùôéóìüí êáq äïîáóìüí.


Ìåñéêï‡ò ásþíáò Añãüôåñïí añ÷éóáí ït ÖñÜãêïé í? ðëçñïöïñïˆíôáé äé? ôï‡ò ÐáôÝñáò êáq ô?ò Ñùìáúê?ò Ïsêïõìåíéê?ò Óõíüäïõò. ’Áëë’ Bðë™ò ŠðÝôáîáí êáq á‰ô?ò åsò ôZí säéêÞí ôùí ðáñÜäïóéí êáq AíÝäåéîáí ôüí Á‰ãïõóôríïí åsò ôü êáô’ Tîï÷Zí êëåéäq ô\ò Uñìçíåßáò ôùí. ²Åôóé, ït ÖñÜãêïé ï‰äÝðïôå åyäïí, êáq ït Ëáôßíïé Aêüìç äSí âëÝðïõí, ôZí êÜèáñóéí êáq ôüí öùôéóìüí ô\ò êáñäßáò êáq ôüí äïîáóìüí ï‹ôå åsò ôZí Ð. ï‹ôå åsò ôZí Ê. ÄéáèÞêçí, ï‹ôå åsò ôï‡ò ÐáôÝñáò. ωäÝðïôå åyäïí, êáq ï‹ôå Aêüìç âëÝðïõí, ôZí AíÜãêçí èåñáðåßáò ô\ò Aíáæçôïýóçò ôZí å‰äáéìïíßáí íüóïõ êáq ô\ò ìåôáìïñöþóåùò ô\ò säéïôåëïˆò AãÜðçò åsò AãÜðçí, côéò “ï‰ æçôår ô? Uáõô\ò.” Óõíå÷ßæïõí í? ðéóôåýïõí, …ôé _ èÝá ôïˆ èåïˆ åyíáé ‚ ðáñÜäåéóïò êáq _ å‰äáéìïíßá, êáq …ôé _ Vëëåéøéò ô\ò èÝáò ôïˆ Èåïˆ åyíáé _ êüëáóéò. ÄçëáäZ Aðïññßðôïõí ôü èåìÝëéïí ô\ò äéäáóêáëßáò ô\ò ‘Áãßáò Ãñáö\ò êáq ô™í ÐáôÝñùí, …ôé …ëïé ïs Cíèñùðïé è? åuäïõí ôZí äüîáí ôïˆ Èåïˆ Tí ×ñéóô¨, Aëë’ …ëïé äSí è? ìåôÜó÷ïõí.


ã) Äõôéêüò Ðïëéôéóìüò

ÔìÞìáôá ô\ò Ìåôáññõèìßóåùò eëèïí åsò óáöåóôÝñáí ñ\îéí ìS ôüí Öñáãêï-Ëáôéíéêüí ×ñéóôéáíéóìüí Aðü Cëëá ôìÞìáôá êáq Tðáí\ëèïí, ìÝ÷ñéò ‚ñéóìÝíïõ óçìåßïõ, åsò ôZí äéêáßùóéí äé? ô\ò ðßóôåùò Têåßíçò, côéò åyíáé ÷Üñéóìá ôïˆ ‘Áãßïõ Ðíåýìáôïò Tí ôj êáñäßI. ‘Ç ðñüóöáôïò óõìöùíßá ìåôáî‡ Ëïõèçñáí™í êáq ‘Ïñèïäüîùí ðåñq ôïˆ Êáíüíïò ô\ò ‘Áãßáò Ãñáö\ò êáq ô\ò Èåïðíåõóôßáò óõìðåñéëáìâÜíåé ôZí Aðü êïéíïˆ Aðïäï÷Þí ô\ò Aëçèåßáò, …ôé _ äéêáßùóéò (öùôéóìüò) ‚ëïêëçñþíåôáé åsò á‰ôZí ôZí æùZí ìS ôüí äïîáóìüí. Ôïˆôï è? ðñÝðåé í? Aðïäåé÷èj ï‰óéáóôéêüí â\ìá ðñüò ôZí ñèZí êáôåýèõíóéí, ƒ÷é ìüíïí äé? ôZí Xíùóéí ô™í ’Åêêëçóé™í, AëëÜ, Tðßóçò, äé? ôZí Tîýøùóéí ôïˆ Tí Tîåëßîåé Aêüìç åŠñéóêïìÝíïõ Äõôéêïˆ Ðïëéôéóìïˆ.


4) ÓÕÌÐÅÑÁÓÌÁÔÁ


‘Ï Öñáãêï-Ëáôéíéêüò êáq ‚ Äõôéêüò Ðïëéôéóìüò êáq ôü ’Éóë?ì åyíáé êõñéáñ÷çìÝíá Aðü ôZí íüóïí ô\ò èñçóêåßáò êáq ô\ò Aíáæçôïýóçò ôZí å‰äáéìïíßáí säéïôåëåßáò. Á‰ôZ Aêñéâ™ò _ Aññþóôéá åŠñßóêåôáé åsò ôü èåìÝëéïí …ëùí ô™í ðñïóùðéê™í êáq êïéíùíéê™í íïóçìÜôùí. ÐáñáìÝíïõóá ðÜíôá AíåîÝëåãêôïò, ‚äçãår á‰ôïìÜôùò åsò óõãêñïýóåéò óõìöåñüíôùí åsò …ëá ô? Tðßðåäá ô\ò êïéíùíßáò êáq åsò ôZí säéïôåë\ TêìåôÜëëåõóéí ô™í Aíèñþðùí êáq ôïˆ ðåñéâÜëëïíôïò Šðü ô™í óõíáíèñþðùí ôùí. ‘Ç óýã÷ñïíïò ôå÷íïëïãßá êáq TðéóôÞìç ŠðåôÜãçóáí åsò ôZí TîõðçñÝôçóéí ô\ò Aññùóôåßáò á‰ô\ò, ›ò TêöñÜæåôáé åsò ôZí êáôáíáëùôéêZí ïsêïíïìßáí, _ ‚ðïßá äéáâñþíåé ô?ò êïéíùíéê?ò äïì?ò êáq šèår åsò ôZí TêìåôÜëëåõóéí ô™í öõóéê™í ðüñùí ðÝñáí ô™í Šðïöåñô™í ‚ñßùí.


‘Ç Aíèñùðüôçò êáôþñèùóå í? Tðéâéþóg ô™í AíáñéèìÞôùí êáôáóôñïö™í ôïˆ ðåñåëèüíôïò, át ‚ðïráé ðñïåêëÞèçóáí Aðü á‰ôZí ôZí íüóïí. ´Ïìùò _ ãåíåÜ ìáò V÷åé ôZí “ôéìÞí” í? æj åsò Têåßíçí ôZí öÜóéí ôZò Aíèñùðßíçò tóôïñßáò, _ ‚ðïßá, äé? ðñþôçí öïñÜí, ìáñôõñår ðåñq ô\ò “têáíüôçôïò” ô\ò Aíèñùðüôçôïò í? á‰ôï-êáôáóôñáöj ðëÞñùò, åuôå Aðü ðõñçíéêüí óõìâ@í b Aðü ìüëõíóéí êáq äéáôÜñáîéí ô\ò ïsêïëïãéê\ò sóïññïðßáò. ²Éóùò _ ìåãáëõôÝñá AðåéëZ äé? ôZí AóöÜëåéáí ôïˆ ðëáíÞôç ìáò ðñïÝñ÷åôáé Aðü Aðïêáëõðôéêï‡ò íåéñïðþëïõò èñçóêåõïìÝíïõò.


‘Ç ›ìZ säéïôÝëåéá äé? ôZí Tðéâßùóéí ôïˆ êüóìïõ êáq äé? ôZí å‰çìåñßáí ô\ò êïéíùíßáò äýíáôáé ôåëéê™ò í? TîáíáãêÜóg ôï‡ò Šðåõèýíïõò í? åñïõí ìßáí ëýóéí åsò ôü öÜóìá á‰ôü ô\ò ðõñçíéê\ò êáq ô\ò ïsêïëïãéê\ò êáôáóôñïö\ò. ‘Ç ìüíç ëýóéò öáßíåôáé í? åyíáé _ óõëëïãéêZ á‰ôï-TðéâïëZ ìé@ò Aóêçôéê\ò Tãêñáôåßáò.

Ôü …ôé, 1) ‚ ðüèïò äé? ôZí å‰äáéìïíßáí åyíáé “_” Aññþóôéá ô\ò Aíèñùðüôçôïò, ôZí ‚ðïßáí ðñïùèïˆí ó÷åäüí …ëåò ït èñçóêåråò, êáq ôü …ôé, 2) _ èåñáðåßá ôçò “åyíáé” _ êÜèáñóéò êáq ‚ öùôéóìüò ô\ò êáñäßáò êáq ‚ äïîáóìüò, åyíáé äýï AëÞèåéáé ô\ò Aðïêáëýøåùò ðï‡ èÜ’ êáìå êáë? ‚ êüóìïò í? ìZ Aãíïår.


Á‰ôáq át AëÞèåéáé ôõã÷Üíïõí íA åyíáé ôA êëåéäé? ô\ò ìåô’ AëëÞëùí Uíþóåùò Tí ôj Aêôßóô¤ äüîg ô\ò ‘Áãßáò ÔñéÜäïò äé? ôZí ‚ðïßáí ðñïóåý÷åôáé ‚ ×ñéóôüò (’Éùáí. 17) äé? í? ðéóôåýóg ‚ êüóìïò.

5) ÅÐÉÌÅÔÑÏÍ

‘Ç ðåñq Aíèñþðïõ Aíôßëçøéò ôïˆ ‘Åëëçíéêïˆ Ðïëéôéóìïˆ äSí åy÷å ôüí ôñüðïí TêöñÜóåùò äé? ôZí êõêëéêZí êßíçóéí ôïˆ ðíåýìáôïò ðñïóåõ÷üìåíïí Tí ôj êáñäßI ô\ò Ðáëáé@ò êáq ô\ò Êáéí\ò ÄéáèÞêçò. Äé? ôïˆôï ït ÐáôÝñåò Tð\ñáí ôï‡ò …ñïõò “íïˆò,” “ëüãïò” êáß “äéÜíïéá” êáq Tôáýôéóáí ôüí “íïˆí” ìS ôü “ðíåˆìá” ðñïóåõ÷üìåíïí Tí ôj êáñäßI. ²Åôóé V÷ïìåí ôZí äéÜêñéóéí ìåôáî‡ á) “ô\ò ëïãéê\ò ëáôñåßáò” ôZí ‚ðïßáí ôåëår “ôü âáóßëåéïí tåñÜôåõìá,” åsò ôZí ‚ðïßáí ìåôÝ÷ïõí ït säé™ôåò (ëáúêïß) ìS ôü “AìÞí” ôïõò, êáq â) “ô\ò íïåñ@ò ëáôñåßáò” Tí ôj êáñäßI ô™í öùôéóìÝíùí êáq ã) “ôïˆ äïîáóìïˆ (èåþóåùò)” …ðïõ ô? íÞðéá ôïˆ öùôéóìïˆ ãßíïíôáé Cíäñåò êáq TðéóôñÝöïõí åsò ôZí êáôÜóôáóéí ôïˆ öùôéóìïˆ ðñïö\ôåò. ÌÝóá åsò ô? ðëáßóéá á‰ô? ‚ ´Áãéïò ’ÉùÜííçò Äáìáóêçíüò ðáñáðïíïýìåíïò ãñÜöåé (åsò ôü Vñãïí ðåñq ìåôáíïßáò êáq TîïìïëïãÞóåùò) …ôé ŠðÜñ÷ïõí Tðßóêïðïé óôZí Tðï÷Þí ôïõ ðï‡ åsò ôZí Tðï÷Zí ô™í Aðïóôüëùí è? Vëåãáí ìüíïí “AìÞí” åsò ôZí ’Åêêëçóßáí.

ÓçìåéùôÝïí …ôé êáè’ …ëçí ôZí äéÜñêåéáí ôïˆ öùôéóìïˆ ô\ò êáñäßáò, äçëáäZ ô\ò íïåñ@ò å‰÷\ò, ‚ TãêÝöáëïò óõíå÷ßæåé í? Tðéêïéíùíår öõóéïëïãéê™ò ìS ôü ðåñéâÜëëïí êáq í? äïõëåýg êáíïíéêÜ. Ôü uäéïí óõìâáßíåé êáq åsò ôZí êáôÜóôáóéí ôïˆ Vóùèåí Šðü ôïˆ ×ñéóôïˆ äïîáóìÝíïõ …ôáí óõíçèßóg í? âëÝðg ô? ðÜíôá Tí ôj Aêôßóô¤ äüîg Á‰ôïˆ êáq ãåíüìåíïò Aðü íÞðéïò AíZñ TðéóôñÝöåé åsò ôZí êáôÜóôáóéí ôïˆ öùôéóìïˆ ô\ò íïåñ@ò ðñïóåõ÷\ò.

ÌS Cëëá ëüãéá ô? ôÝêíá ôïˆ Íåï-Ðëáôùíéêïˆ ìõóôéêéóìïˆ ôïˆ Á‰ãïõóôßíïõ, êáq ô™í Öñáãêï-Ëáôßíùí êáq ôéí™í ä\èåí ñèïäüîùí, ðï‡ Tðéäéþêïõí ôZí Vêóôáóéí ôïˆ íïüò êáq ô\ò øõ÷\ò Têôüò ôïˆ óþìáôüò ôùí, Aíáæçô™íôåò Tíüñáóéí ô™í AíõðÜñêôùí Aàëùí Tí ô¨ íïÀ ôïˆ Èåïˆ Añ÷åôýðùí, Aó÷ïëïˆíôáé ìS “äáéìüíùí åñçìá.” Á‰ôZí ôZí áwñåóéí ôïˆ Âáñëá?ì êáôåäßêáóå _ È ÏsêïõìåíéêZ Óýíïäïò ôü 1341 ÷ùñqò äõóôõ÷™ò í? êáôáëÜâg …ôé åyíáé ôïˆ Á‰ãïõóôßíïõ êáq ô\ò ðáñáäüóåùò ô™í Êáñëïâéãêßùí ÖñÜãêùí ðï‡ Cñ÷éóå ô? ôÝëç ôïˆ 8ïõ ás™íïò. Ït ðñïçãïýìåíïé Ìåñïâßãêéïé ÖñÜãêïé fóáí ’Ïñèüäïîïé êáq åy÷áí êáôáäéêÜóåé ôZí ðåñq ÷Üñéôïò êáq Bìáñôßáò äéäáóêáëßáí ôïˆ Á‰ãïõóôßíïõ.

ÌÝ÷ñé ôüí 12ïí ás™íá ït Êáñëïâßãêïé ÖñÜãêïé Tãíþñéæáí ìüíïí ô? Vñãá ôïˆ Á‰ãïõóôßíïõ TîïëïêëÞñïõ. Åy÷áí AðïêôÞóåé ôüí 8ïí ás™íá ô? Vñãá ôïˆ Äéïíõóßïõ ’Áñåéïðáãßôç ô? ‚ðïrá ìåôÝöñáóå ï ’ÉùÜííçò Óê™ôïò ’ÅñïõÝãéá. ²Åãñáøå ‚ uäéïò ðïëë? Vñãá säéêÜ ôïõ ô? ‚ðïrá ÷ñÞæïõí ìåëÝôçò Aðü ’Ïñèïäüîïõò. Ït ÖñÜãêïé …ìùò Šðïäïýëùóáí ôåëéê? ôüí ’Áñåéïðáãßôçí åsò ôüí Íåï-Ðëáôùíéêüí ìõóôéêéóìüí ôïˆ Á‰ãïõóôßíïõ. Ôüí 12ïí ás™íá AðÝêôçóáí ëáôéíéêZí ìåôñÜöáóéí ôïˆ Vñãïõ “’ÁêñéâZò ²Åêèåóéò ô\ò ’Ïñèïäüîïõ Ðßóôåùò” ôïˆ ‘Áãßïõ ’ÉùÜííïõ Äáìáóêçíïˆ êáq Šðïäïýëùóáí êáq á‰ôüí åsò ôüí Á‰ãïõóôríïí. ’Åí ô¨ ìåôáî‡ åy÷áí Añ÷ßóåé í? óõëëÝãïõí Tðq ôü ðëåróôïí ìüíïí ðñïôÜóåéò (Sententiae) Cëëùí Ëáôéíïöþíùí ÐáôÝñùí ðï‡ ìÜæåõáí Aðü êáíïíéê?ò óõëëïã?ò êáq Uñìçíåõôéê? ó÷üëéá ÐáôÝñùí ô\ò ‘Áãßáò Ãñáö\ò. ÂÜóåé á‰ô™í ô™í ðñïôÜóåùí Cñ÷éóáí ìS ôüí ÐÝôñïí Ëïìâáñäüí (ðÝèáíå 1160) í? ãñÜöïõí óôï÷áóôéêÞí, ìÜëéóôá, óõóôçìáôéêZí èåïëïãßáí. ÄçëáäZ Vìáèáí í? èåïëïãïˆí âÜóåé êåéìÝíùí Têôüò ô\ò óõíáöåßáò ôùí.

‘Ï ´Áãéïò Ãñçãüñéïò Ðáëáì@ò óõíïøßæåé ôZí ðáôåñéêZí ðáñÜäïóéí êáô? ôïˆ ìõóôéêéóìïˆ ›ò Uî\ò “Ôü ä’ Vîù ôüí íïˆí, ï‰ ôïˆ óùìáôéêïˆ öñïíÞìáôïò Aëë’ á‰ôïˆ ôïˆ óþìáôïò ðïéårí, ›ò Têår íïåñïrò èåÜìáóéí Tíôý÷ïé, ô\ò Uëëçíéê\ò Tóôé ðëÜíçò á‰ôü ôü êñÜôéóôïí êáq ðÜóçò êáêïäïîßáò ñßæá êáq ðçãÞ, äáéìüíùí åñçìá êáq ðáßäåõìá ãåííçôéêüí Aíïßáò êáq ãÝííçìá ô\ò Aðïíïßáò.” (Ëüãïò ‘ÕðSñ Ô™í ‘Éåñ™ò ‘Çóõ÷áæüíôùí, É,â,4.)

’Áíáðüóðáóôïí ìÝñïò ô\ò Tí ëü㤠èåñáðåßáò åyíáé …ôé ‚ AíZñ ôÝëåéïò V÷åé ãßíåé ãíþóôçò êáq ô™í íïçìÜôùí ôïˆ “óáôáí@” Aöïˆ “ï‰ ã?ñ á‰ôïˆ ô? íïÞìáôá Aãíïïˆìåí” ( Êïñ. 2,11). Ôü AÞôôçôïí …ðëïí êáô? ôïˆ äéáâüëïõ åyíáé _ èåñáðåßá ôïˆ âñá÷õêëþìáôïò ìåôáî‡ ô\ò íïåñ@ò Tíåñãåßáò ô\ò êáñäßáò êáq ô\ò ëïãéê\ò ôïˆ TãêåöÜëïõ. ‘Ç èåñáðåßá óõíßóôáôáé åsò ôüí ðåñéïñéóìüí …ëùí ô™í íïçìÜôùí, åuôå êáë™í b êáê™í, åsò ôüí TãêÝöáëïí ðï‡ Tðéôõã÷Üíåôáé ìüíïí …ôáí _ íïåñ? TíÝñãåéá ô\ò êáñäßáò TðáíÝñ÷åôáé åsò ôZí öõóéïëïãéêÞí ôçò êõêëéêZí êßíçóéí ìÝó¤ ô\ò Aäéáëåßðôïõ íïåñ@ò ðñïóåõ÷\ò. ’Áöåëårò åyíáé ït Šðïóôçñßæïíôåò ôü äõíáôüí í? AðïâÜëëg êáíåqò ô? êáê? íïÞìáôá êáq í? êñáôÞóg ìüíïí êáë? íïÞìáôá åsò ôüí TãêÝöáëïí. ÐñÝðåé êáíåqò í? ãíùñßæg Aêñéâ™ò ô? íïÞìáôá ôïˆ äéáâüëïõ äé? í? ôüí íéêÞóg. Ôïˆôï Tðéôõã÷Üíåôáé ìÝó¤ ô\ò êõêëéê\ò êéíÞóåùò ôïˆ íïüò Tí ôj êáñäßI. ‘Ï ´Áãéïò Ãñçãüñéïò Ðáëáì@ò óõíïøßæåé ôZí ðáôåñéêZí ðáñÜäïóéí ›ò Tî\ò: “ω ã?ñ äZ ëÝëçèåí á‰ôïýò, …ôé ï‰÷ ›ò _ ƒøéò ôCëëá ìSí ‚ñ@ ô™í ‚ñáô™í, UáõôZí äS ï‰÷ ‚ñ@, ïôù êáq ‚ íïˆò, Aëë’ Tíåñãår ìSí êáq ôCëëá, £í Dí äÝïéôï ðåñéóêïð™í, … öçóé êáô’ å‰èåráí êßíçóéí ôïˆ íïˆ Äéïíýóéïò ‚ ìÝãáò, åsò Uáõôüí ä’ TðÜíåéóé êáq Tíåñãår êáè’ Uáõôüí, …ôáí Uáõôüí ‚ íïˆò ‚ñ@. Ôïˆôï ä’ áèéò ’êõêëéêÞí’ åyíáé êßíçóéí ‚ á‰ôüò öçóéí. Áôç ä’ _ ôïˆ íïˆ Tóôéí TíÝñãåéá êñåßôôùí êáq säéáéôÜôç, äé’ fò êáq ŠðSñ Uáõô™í ãéíüìåíïò Vóè’ …ôå ô¨ Èå¨ óõããßíåôáé. “Íïˆò ãÜñ”, öçóß, “ìZ óêåäáííýìåíïò Tðq ô? Vîù”, -‚ñ@ò …ôé Vîåéóé; ’Åîé˜í ïí, Tðáíüäïõ äåyôáé’ äéü öçóéí- “TðÜíåéóé ðñüò Uáõôüí, äé’ Uáõôïˆ äS ðñüò ôüí Èåüí” ›ò äé’ Aðëáíïˆò Aíáâáßíåé ô\ò ‚äïˆ. ÔZí ôïéáýôçí ã?ñ êßíçóéí ôïˆ íïˆ êáq ‚ ô™í íïåñ™í AðëáíZò Tðüðôçò Têåríïò Äéïíýóéïò Aäýíáôïí åyíáé ðëÜíg ôéíq ðåñéðåóårí.” (‘ÕðSñ ô™í ‘Éåñ™ò ‘Çóõ÷áæüíôùí, É,â,5.) ‘Ç Cêôéóôïò ðáíôá÷ïˆ ðáñïˆóá äüîá ôïˆ èåïˆ åyíáé aäç ìÝóá åsò ôü êÜèå ðëÜóìá êáq UðïìÝíùò åsò ôZí êáñäßáí ôïˆ êÜèå Aíèñþðïõ ìáæq ìS ôZí äçìéïõñãéêÞí, óõíåêôéêÞí, ðñïíïçôéêZí êáq Aêüìç ôZí êáèáñêôéêZí TíÝñãåéáí Ôïõ. Ôü í? øÜ÷íg êáíåqò ôüí Èåüí åsò êÜðïéï ŠðåñðÝñáí åyíáé óêÝôç Aíïçóßá. ÌS Cëëá ëüãéá ‚ Äéïíýóéïò äSí V÷åé êáììßáí ó÷Ýóéí, ï‹ôå ìS ôüí Íåï-Ðëáôùíéóìüí êáq ï‹ôå ìS ôï‡ò Öñáãêï-Ëáôßíïõò, ðï‡ öáíôÜæïíôáé …ôé ôüí Aêïëïõèïˆí.

‘Ï ëüãïò ðï‡ äSí ŠðÜñ÷åé óôï÷áóôéêZ èåïëïãßá åsò ôZí ’Ïñèüäïîïí ’Åêêëçóßáí åyíáé ôü ãåãïíüò …ôé _ íüóïò ô\ò èñçóêåßáò åyíáé íåõñï-âéïëïãéêZ êáq _ èåñáðåßá ôçò äåäïìÝíç. “ÌáêÜñéïé ït êáèáñïq ôj êáñäßI …ôé ôüí Èåüí ƒøùíôáé.”

ÔÅËÏÓ



[1] Ðñþôç äçìïóßåõóç Aðü ôÞí ‘ÉåñÜ ÌïíÞ Êïõôëïõìïõóßïõ, ‘Áãßïõ ´Ïñïõò, óôüí ôüìï «’Ïñèïäïîßá, ‘Åëëçíéóìüò, ðïñåßá óôÞí 3ç ÷éëéåôçñßäá» 1966, óåë. 67-87

[2] ‘Ç êÜôùèé Uñìçíåßá ôïˆ ’Áðïóôüëïõ Ðáýëïõ âáóßæåôáé åsò ôZí ðáôåñéêZí ðáñÜäïóéí, Aëë? êáè˜ò êáq åsò ðëçñïöïñßáò ðï‡ Täüèçóáí Að€ ôï‡ò ‘Åâñáßïõò èåïëüãïõò êáô? ôZí ôZí äéÜñêåéáí äéáëüãïõ ìåôáî‡ ’Ïñèïäüîùí êáq ’Åâñáßùí ô€í ’Ïêôþìâñéïí 1979 åsò ô€ ÂïõêïõñÝóôé. Ït ôåëåõôárïé Tóçìåßùóáí ô€ ãåãïí€ò …ôé _ ðåñéãñáöZ ðï‡ Täüèç ðåñq ô\ò ô\ò ðáôåñéê\ò ðáñáäüóåùò ðåñq öùôéóìïˆ ô\ò êáñäßáò êáq ôïˆ äïîáóìïˆ ôáõôßæåôáé ìS ôZí ðáñÜäïóéí ô™í ×áóéäßì. Ðñïöáí™ò ït Aðüóôïëïé êáq ït Öáñéóárïé ôïˆ Aðïóôüëïõ Ðáýëïõ AìÞêïõí åsò á‰ôZ ôZí ðáñÜäïóéí.

[3] ‘Ï ´Áãéïò Óõìå˜í ‚ ÍÝïò Èåïëüãïò óõíïøßæåé ôZí ÐáôåñéêZí UñìçíåõôéêZí ðåñq ô\ò Á’ Êïñ. 12:27-28. “´Éíá äS êáq ô?ò äéáöïñ?ò ô™í ìåë™í êáq ôßíá ôáˆôá êáq ôßíåò åsóqí Aðïäåßîg, Vöç ’‘Õìårò äÝ Tóôå ó™ìá ×ñéóôïˆ...ãÝíç ãëùóó™í.’ Åyäåò ô?ò äéáöïñ?ò ô™í ìåë™í ôïˆ ×ñéóôïˆ; ²Åìáèåò ôßíåò åsóq ìÝëç á‰ôïˆ;” Âßâëïò ô™í ’Çèéê™í óô’ ð™ò Uíïˆôáé ô¨ ×ñéóô¨ êáq Èå¨ êáq Xí ãßíïíôáé ìåô’ á‰ôïˆ ðÜíôåò ït Eãéïé.

[4]Ðéóô€ò ìS ô€ âÜðôéóìá ôïˆ äáôïò ìZ åsóåëè˜í Aêüìç åsò ôZí êáôÜóôáóéí ôïˆ öùôéóìïˆ, äçëáäZ åsò ô€ âÜðôéóìá ôïˆ Ðíåýìáôïò, êáq ›ò Tê ôïýôïõ ï‰÷q Aêüìç ìÝëïò ôïˆ óþìáôïò ôïˆ ×ñéóôïˆ êáq ôïˆ “âáóéëåßïõ tåñáôåýìáôïò.” Äé? ôïˆôï êáq ëÝãåôáé säéþôçò, Aöïˆ säéùôåýåé.

[5] Äé? ôZí ÐáôåñéêZí Uñìçíåßáí ôïˆ “Tö’ £” åsò ô€ ÷ùñßïí Ñùì. 5:12 âëÝðå J. S. Romanides, Original Sin According to Saint Paul,” Tí St. Vladimir’s Quartedly (ìS ôZí ðáëáé?í Añßèìçóéí ôZò Tðï÷\ò ôïˆ ð. Ãåùñãßïõ Öëùñüâóêõ ðï‡ êáôÞñãçóáí ït äéÜäï÷ïß ôïõ) Íew Õïrk, 1955, ôüìïò ÉV, ôåˆ÷ïé 1 êáq 2: Ô€ Ðñïðáôïñéê€í ‘ÁìÜñôçìá, ’ÁèÞíá 1957, 2á Vêäïóéò Äüìïò ’ÁèÞíá 1989, êåö. 6.

[6] ÄçëáäZ ôZí êáô? ôï‡ò ðáôÝñáò íïåñ?í åíÝñãåéáí ô\ò øõ÷\ò.

[7] Ô? ìÝëç ôïˆ íÝïõ êëÜäïõ sáôñéê™í Tñåõí™í ðåñq ôïˆ ãÞñáôïò.

[8] ’É. Ó. Ñùìáíßäïõ, Justin Martyr and the Fourth Gospel, The Greek Orthodox Theological Review, IV, 2 (1958-59), 115-139.

[9] Debate over Theodore of Mopsuestia;s Christology, The Greek Orthodox Theological Review, ôüì. VÉÉ, Añ. 2 1959-60), óåë. 140-185.

[10] Át Aðüøåéò ôïõ ðï‡ Aêïëïõèïˆí ðåñq Èåïöáíåé™í Tí óõíäõáóì¨ ìS ôZí å‰äáéìïíßáí Aíáðôýóïíôáé êõñßùò åsò ô€ Vñãïí ôïõ De Trinitate, Âéâëßá ÉÉ êáq ÉÉÉ. Ô? ðåñq å‰äáéìïíßáò ðëçìõñßæïõí ô? Vñãá ôïõ êáq ï‰äüëùò Cëëáîáí Að€ ô€ ðñ™ôïí Tðq ôïˆ èÝìáôïò êáq ðñ€ ôïˆ âáðôßóìáôïò Vñãïí ôïõ Beata Vita.

[11] Ñ.G. 60:23. Âë. ’É. Ñùìáíßäïõ, Ô€ Ðñïðáôïñéê€í ‘ÁìÜñôçìá, Vêäïóéò â, ’ÁèÞíá 1989, óåë. 173.

[12] John S. Romanides, Franks, Romans, Feudalism and Doctrine, Holy Cross Orthodox Press, Brookline 1981, p.p.53-57.

[13] Á‰ôüèé

**************************************

Εδώ σε μονοτονικό: http://romanity.org/htm/rom.e.02.i_thriskeia_einai_neurobiologiki_astheneia.01.htm

 
bruce.jpg

Player για Android

Android Player

Απο το κινητό σας πάτε στο: ρυθμίσεις -> ασφάλεια -> και ενεργοποιήστε την εγκατάσταση εφαρμογών απο άγνωστες πηγές. Με μία εφαρμογή QR Code Reader σκανάρετε την παραπάνω εικόνα ή πατήστε εδώ.

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση


Διαφήμιση

Created by LiquidMinds | Powered by FRIKTORIA | Valid XHTML | Valid CSS.